ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ efsyn.gr , Μπάμπης Μιχάλης
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Καθώς οι κυβερνήσεις της αναπτυγμένης Δύσης, οι οικονομικές ελίτ και τα ελεγχόμενα από αυτές ΜΜΕ προετοιμάζουν τους εργαζόμενους και τη φτωχολογιά τρομοκρατώντας τους για ακόμη μεγαλύτερη ακρίβεια και αφαίμαξη των εισοδημάτων τους -με πρόσχημα την ενεργειακή κρίση-, στον ορίζοντα φαίνεται όλο και πιο ξεκάθαρο ότι… λεφτά υπάρχουν αλλά αυτά προορίζονται μόνο για τους «λίγους και εκλεκτούς».

Ο λόγος αυτή τη φορά είναι για τους διευθύνοντες συμβούλους των 100 μεγαλύτερων εισηγμένων εταιρειών της Βρετανίας, οι οποίοι είδαν τις μέσες αποδοχές τους να εκτοξεύονται πέρυσι κατά 39% σε σχέση με το 2020.

Σύμφωνα με έρευνα της δεξαμενής σκέψης High Pay Centre και της βρετανικής συνομοσπονδίας εργατικών συνδικάτων (TUC), οι μέσες ετήσιες απολαβές καθενός από τους παραπάνω 100 κορυφαίους Βρετανούς CEOs εκτοξεύτηκαν πέρυσι στα 3,4 εκατ. λίρες από τα 2,5 εκατ. λίρες το 2020, όταν η πανδημία του κορονοϊού βρισκόταν στο φόρτε της. Στο επίπεδο αυτό οι αποδοχές των «100» ξεπέρασαν τις αντίστοιχες που αυτοί είχαν καρπωθεί προ πανδημίας, το 2019, όταν και έβαλαν στις τσέπες τους κατά μέσο όρο 3,25 εκατ. λίρες έκαστος.

Οι μέσες ετήσιες αποδοχές ενός Βρετανού διευθύνοντος συμβούλου είναι πλέον 109 φορές μεγαλύτερες από τις αντίστοιχες ενός μέσου εργαζόμενου πλήρους απασχόλησης, δηλαδή 30 φορές περισσότερο απ’ ό,τι το 2019 όταν οι CEOs έβαζαν αντίστοιχα στα πορτοφόλια τους… μόνο τα 79πλάσια. Ο πιο ακριβοπληρωμένος διευθύνων σύμβουλος, σύμφωνα με την έρευνα, ήταν ο Sebastien De Montessus της Endeavour, η οποία διαχειρίζεται χρυσωρυχεία στην Ακτή Ελεφαντοστού, την Μπουρκίνα Φάσο και τη Σενεγάλη. Πληρώθηκε 16,9 εκατομμύρια λίρες. Δεύτερος πιο ακριβοπληρωμένος ήταν ο Πασκάλ Σοριό της AstraZeneca, με αποδοχές 13,9 εκατομμύρια λίρες.

Τα στοιχεία έρχονται στη δημοσιότητα λίγες μόλις ημέρες μετά την ανακοίνωση-σοκ συρρίκνωσης των πραγματικών μισθών τον Ιούνιο κατά 3%, που αποτελεί τη μεγαλύτερη απαξίωση της αμοιβής της εργασίας στη Βρετανία εξαιτίας του υψηλού πληθωρισμού από τότε που υπάρχουν συγκρίσιμα στοιχεία, το 2001. Αντικατοπτρίζουν την τεράστια ανισότητα στην κατανομή των εργασιακών αμοιβών -μεταξύ κορυφής και υπόλοιπων εργαζόμενων- και η οποία όπως επισημαίνουν TUC και High Pay Centre τροφοδοτεί την οξεία κρίση κόστους διαβίωσης που βιώνει σήμερα η Βρετανία.

«H δαπάνη εκατοντάδων εκατομμυρίων από τους μεγαλύτερους εργοδότες της χώρας για τις αμοιβές μερικών ήδη πλούσιων στελεχών τους καθιστά δυσκολότερη τη χρηματοδότηση των αυξήσεων στις αποδοχές των εργαζόμενων μεσαίου και χαμηλού εισοδήματος. Εάν τα εισοδήματα στο Ηνωμένο Βασίλειο μοιράζονταν πιο ίσα, το βιοτικό επίπεδο των ανθρώπων που επλήγησαν περισσότερο από την τρέχουσα οικονομική κρίση θα ανέβαινε σημαντικά, ενώ εκείνοι που βρίσκονται στην κορυφή πιθανότατα δεν θα παρατηρούσαν καμία διαφορά στον τρόπο της ζωής τους», τονίζει χαρακτηριστικά ο διευθυντής του High Pay Centre, Luke Hildyard.

Συνολικά, οι 100 κορυφαίες εισηγμένες εταιρείες της Βρετανίας δαπάνησαν πέρυσι πάνω από 720 εκατ. λίρες για τις απολαβές μόνο 224 ανώτατων στελεχών τους.

Αξίζει να σημειωθεί πως μεγάλο μέρος των αποφάσεων για τα πλουσιοπάροχα πακέτα αμοιβών που απολαμβάνουν τα ανώτατα στελέχη των εταιρειών επί της ουσίας λαμβάνεται από τους ίδιους και το σινάφι τους. Ερευνα της High Pay Centre που δημοσιοποιήθηκε την Κυριακή που πέρασε, αποκάλυψε ότι κάποιοι από τους υψηλόμισθους επικεφαλής των ιδιωτικών εταιρειών ύδρευσης της Βρετανίας συμμετείχαν έναντι αμοιβής δεκάδων χιλιάδων λιρών -ως μη εκτελεστικά μέλη- σε διοικητικά συμβούλια άλλων εταιρειών. Από τη θέση αυτή παρείχαν συμβουλές για τη διαμόρφωση των μπόνους και των πακέτων αποδοχών άλλων ανώτατων στελεχών. Σαν να λέμε δηλαδή Γιάννης κερνάει, Γιάννης πίνει.

TUC και High Pay Centre τονίζουν ότι αυτό είναι ανεπίτρεπτο και κάνουν έκκληση για μεταρρυθμίσεις του κανονιστικού πλαισίου που καθορίζει τις αμοιβές στις εταιρείες. Μεταξύ άλλων ζητούν τη συμμετοχή τουλάχιστον δύο εκλεγμένων αντιπροσώπων του εργατικού δυναμικού στις επιτροπές των εταιρειών που αποφασίζουν για τις εργασιακές αμοιβές, ελεύθερη πρόσβαση συνδικάτων στους εργασιακούς χώρους και διαφάνεια.