Ο πρωθυπουργός της Ιταλίας Μάριο Ντράγκι έγινε… διάσημος για την περίφημη ρήση του το 2012, μεσούσης της κρίσης της ευρωζώνης, «Whatever it takes», που σε ελεύθερη μετάφραση σήμαινε θα κάνουμε ό,τι χρειάζεται για να σώσουμε το ευρώ. Μία δεκαετία αργότερα και από τη θέση πλέον του πρωθυπουργού της Ιταλίας, δεν είναι καθόλου βέβαιο ότι έχει ο ίδιος «ό,τι χρειάζεται» για να αποφύγει μια σοβαρή κρίση χρέους της χώρας του.
Η Ιταλία είναι η δακτυλοδεικτούμενη πιθανή αιτία μιας νέας κρίσης της ευρωζώνης. Ο «δίκης οφθαλμός» που λέγεται αγορές την παρακολουθεί ακοίμητος, η δε Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (ΕΚΤ) επεξεργάζεται νέα «εργαλεία παρέμβασης» για τη σωτηρία της. Ωστόσο, σε συνθήκες διεθνούς οικονομικής και γεωπολιτικής αστάθειας, τίποτε δεν είναι βέβαιο.
Το πρόβλημα με τον «Ιταλό ασθενή» είναι πως βαρύνεται με πολλά «υποκείμενα νοσήματα» τα οποία επηρεάζουν δυσμενώς το χρέος και τη χρηματοδότησή του:
● Οι ρυθμοί ανάπτυξης της ιταλικής οικονομίας είναι χαμηλοί καθ’ όλη τη διάρκεια της τελευταίας δεκαετίας. Το 2020 καταγράφηκε ύφεση 8,8% και το 2021 ανάπτυξη 6,2%. Ωστόσο, πρόσφατα η Κομισιόν αναθεώρησε επί τα χείρω τις αρχικές της προβλέψεις για το 2022 και το 2023: 2,4% το 2022 και 1,9% το 2023 (από 4,1% και 2,3% αντίστοιχα). Με την ανάπτυξη ασθενική επί μακρόν, ο δυσθεώρητος όγκος του χρέους υπογραμμίζεται. Στα τέλη του 2021 έφτασε το 151% του ΑΕΠ.
● Το έλλειμμα το 2020 πραγματοποίησε ρεκόρ, ανελθόν στο 9,5% του ΑΕΠ! Ισοσκελισμός του προϋπολογισμού δεν προβλέπεται πριν από το 2024, που σημαίνει ότι μέχρι τότε το χρέος θα αυξάνεται σε όγκο.
● Οι ετήσιες ακαθάριστες χρηματοδοτικές ανάγκες της χώρας ξεπερνούν το 20% του ΑΕΠ – ποσοστό διπλάσιο σε σχέση με της Ελλάδας!
● Το χρέος της Ιταλίας έχει μέση διάρκεια λίγο πάνω από τα 7 έτη, που σημαίνει ότι μεσοσταθμικά για τα επόμενα 7 χρόνια θα πρέπει να αναχρηματοδοτείται χρέος (ομόλογα που λήγουν) ύψους 382 δισ. ευρώ ετησίως!
Σύγκριση με Ελλάδα
Δεν είναι τυχαίο που οι αγορές και όλοι οι θεσμικοί θεωρούν μεγαλύτερο κίνδυνο την Ιταλία παρά την Ελλάδα. Η σύγκριση είναι πράγματι καταλυτική:
● Το ελληνικό χρέος έχει μέση διάρκεια 20 έτη, ενώ το ιταλικό 7. Αυτό σημαίνει ότι η Ελλάδα πρέπει να το «ανακυκλώσει» μία φορά μέσα στην 20ετία, ενώ η Ιταλία 1 φορά μέσα στην επόμενη 7ετία και 3 φορές μέσα στην επόμενη δεκαετία.
● Η Ελλάδα έχει «μαξιλάρι» διαθεσίμων 38 δισ. ευρώ, περίπου 20% του ΑΕΠ της, ενώ η Ιταλία είχε στα τέλη του 2021 «μαξιλάρι» διαθεσίμων περί το 3,5% του ΑΕΠ της. Η Ελλάδα μπορεί να καλύψει με το «μαξιλάρι» χρηματοδοτικές ανάγκες του χρέους για περίπου μία τριετία χωρίς να βγει στις αγορές, ενώ η Ιταλία είναι υποχρεωμένη να βγαίνει κάθε μήνα στις αγορές. Η Ελλάδα μπορεί επίσης να διαθέσει μεγάλο μέρος του «μαξιλαριού» για να μειώσει το χρέος σε απόλυτους αριθμούς, ενώ η Ιταλία όχι.
● Η Ιταλία δεν έχει πολιτικά τη δυνατότητα να παράγει πρωτογενή πλεονάσματα στο ύψος της δαπάνης για τόκους (ώστε το χρέος να μην αυξάνεται σε όγκο), ενώ έχει τη μεγάλη εκκρεμότητα ότι η συζήτηση για τη σχέση με την ευρωζώνη είναι εκκρεμής – και μια δύσκολη συγκυρία μπορεί να την πυροδοτήσει, με συνέπειες ανεξέλεγκτες.
Υπ’ αυτές τις προϋποθέσεις, οι θεμελιώδεις παραδοχές για τη διαχειρισιμότητα του ιταλικού χρέους ανατρέπονται όταν το μέσο επιτόκιο δανεισμού ξεπερνά το 2% – και ήδη είναι στο 2,3%! Παράγοντες της αγοράς ομολόγων υποστηρίζουν λοιπόν ότι το πρόβλημα δεν είναι απλώς ο λόγος χρέους προς ΑΕΠ, αλλά αυτός ο επίφοβος συνδυασμός δυσμενών παραγόντων, που κάνει τις αγορές κεφαλαίου να είναι νευρικές ή και… «κυκλοθυμικές» απέναντι στο ιταλικό χρέος.
Πολιτικό ρίσκο
Η άλλη μεγάλη απειλή είναι το ενδεχόμενο της ύφεσης. Παρά τις αυξημένες πιθανότητες η ύφεση να συνδυαστεί με υψηλό πληθωρισμό (που θα ωραιοποιήσει κάπως τα δημοσιονομικά μεγέθη), ο συνδυασμός αύξησης χρέους και ύφεσης θα είναι εκρηκτικός. Τέλος, υπάρχει το πολιτικό ρίσκο. Σε άρθρο του «Politico» ο Ντράγκι στην πρωθυπουργία χαρακτηρίζεται ως «ο τελευταίος άνθρωπος που βρίσκεται ανάμεσα στην ευρωζώνη και την άβυσσο»…
Η Ιταλία σε έναν χρόνο θα έχει εκλογές. Ο ίδιος ο Ντράγκι έχει δηλώσει ότι δεν θα διεκδικήσει ξανά την πρωθυπουργία, αλλά, ανεξάρτητα από αυτό, των εκλογών θα προηγηθεί ένας πολύ δύσκολος χειμώνας, η δε πρόσφατη παρ’ ολίγον κυβερνητική κρίση με τα «5 Αστέρια» υπενθυμίζει τις πολιτικές επισφάλειες της ιταλικής σκηνής…
Συνοψίζοντας, η Ιταλία, με ένα βουνό χρέους 2,7 τρισ. ευρώ, βαρύνεται με πολλά οικονομικά «υποκείμενα νοσήματα» και με πολιτική αβεβαιότητα, έχοντας μπει για τα καλά στα «ραντάρ» των αγορών και μετατρεπόμενη στον «μεγάλο ασθενή» της ευρωζώνης.
Το «εργαλείο» της ΕΚΤ θα είναι αρκετό για τη σωτηρία;
Στις 15 Ιουνίου, σε έκτακτη άτυπη σύνοδο της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (ΕΚΤ) συζητήθηκε και εξαγγέλθηκε η δημιουργία νέου «εργαλείου» παρέμβασης για τη στήριξη των ομολόγων του ευρωπαϊκού Νότου. Είχε προηγηθεί θυελλώδης αύξηση των αποδόσεων των ομολόγων Ελλάδας – Ιταλίας, αλλά και Ισπανίας – Πορτογαλίας.
To Reuters αποκάλυψε τότε ότι η νέα «βοήθεια» της ΕΚΤ θα συνοδευτεί με αιρεσιμότητες, δηλαδή με δημοσιονομικές δεσμεύσεις από τις ωφελούμενες χώρες. Χθες, προσέθεσε ότι υπάρχει αντίδραση από τον Γερμανό κεντρικό τραπεζίτη, ο οποίος πιστεύει ότι το νέο «εργαλείο» της ΕΚΤ δίνει λάθος έμφαση, ενάντια στον κύριο εχθρό που είναι ο υψηλός πληθωρισμός.
Πέραν αυτού, το πρόβλημα με τις αιρεσιμότητες είναι ότι πρέπει να αναμιχθούν και άλλες, καθ’ ύλην αρμόδιες, ευρωπαϊκές οντότητες (Ευρωπαϊκή Επιτροπή ή ESM), που θα έκαναν το «εργαλείο» πολύ δύσχρηστο. Η ΕΚΤ θα μπορούσε να πιέσει για δημοσιονομικές δεσμεύσεις αλλά άτυπα. Ομως, η Γερμανία είναι αμφίβολο αν θα συμφωνήσει με έναν τέτοιο άτυπο χαρακτήρα. Το πρόβλημα δεν μπορεί να επιλυθεί ούτε εύκολα ούτε γρήγορα – και τα «θηρία» των αγορών παρακολουθούν για να εντοπίσουν κάθε ένδειξη «κενού» ή αδυναμίας…
