«Η αγορά ηλεκτρισμού της Ευρωπαϊκής Ενωσης δεν λειτουργεί πλέον»! Μπορεί πολλοί να εξέλαβαν τη δήλωση της προέδρου της Κομισιόν, Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν, ως ελιγμό απέναντι στην ογκούμενη δυσαρέσκεια των καταναλωτών, δεν παύει πάντως να αποτελεί ένα ξεκάθαρο χτύπημα σε όσους διατείνονται πως τα προβλήματα είναι προσωρινά αλλά και να επιβεβαιώνεται καθημερινά από την εικόνα της ελληνικής αγοράς ηλεκτρισμού.
Η δήλωση της Φον ντερ Λάιεν, που δόθηκε ως απάντηση σε ερώτηση ευρωβουλευτών και αναδείχτηκε από το Euractiv στο τέλος της περασμένης εβδομάδας, διέθετε βεβαίως και τα απαραίτητα «αντίβαρα»: «Πράγματι οι τιμές της ενέργειας εκτοξεύονται και κάνουμε πολλά γι’ αυτό» ανέφερε η πρόεδρος επικαλούμενη την εργαλειοθήκη της Κομισιόν που επιτρέπει στα κράτη-μέλη να φορολογούν τα υπερκέρδη και να επιδοτούν τους καταναλωτές. «Ομως επίσης αναγνωρίζουμε ότι είναι μια βραχυπρόθεσμη ανακούφιση που δεν θα αλλάξει τη δομή της αγοράς» πρόσθεσε, παρατηρώντας ότι «είναι σχεδιασμένη με βάση τα δεδομένα πριν από είκοσι χρόνια», όταν το μερίδιο των Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας (ΑΠΕ) ήταν χαμηλό. Αποδίδει δηλαδή τον «θάνατο» του σημερινού μοντέλου της αγοράς όχι στην ουκρανική κρίση, αλλά στο ότι πλέον έχει αυξηθεί το ποσοστό των ΑΠΕ στο ενεργειακό μίγμα.
Το παράδοξο είναι πάντως ότι υποτίθεται πως το μοντέλο αυτό είχε διαμορφωθεί σε εποχές που όλοι μιλούσαν για την ενίσχυση της παρουσίας των ΑΠΕ, αν και το τελευταίο διάστημα ακούστηκε κριτική, ειδικά εναντίον της Γερμανίας, ότι η Ευρωπαϊκή Ενωση είχε επαναπαυτεί στην αιώνια παρουσία του ρωσικού φυσικού αερίου ως φτηνού καύσιμου «μόνιμης» μετάβασης.
Η πρόεδρος της Κομισιόν έκλεισε την απάντηση μιλώντας για μια «τεράστια αναμόρφωση που θα χρειαστεί χρόνο και πρέπει να σχεδιαστεί σωστά», καθώς «πρέπει να κινηθούμε προς τα εμπρός και να προσαρμόσουμε την αγορά ηλεκτρισμού στις σύγχρονες συνθήκες». Υπενθυμίζεται πάντως ότι, εκτός από τους ηλεκτροπαραγωγούς που αντιδρούν στις όποιες αλλαγές, επικρατεί πλήρης σύγχυση για το τι ακριβώς επιθυμούν τα κράτη-μέλη, ενώ ο ευρωπαϊκός ρυθμιστής ACER, που υποτίθεται ότι συνθέτει τις απόψεις των τοπικών Ρυθμιστικών Αρχών Ενέργειας, έχει τοποθετηθεί υπέρ του υφιστάμενου μοντέλου.
Διακυμάνσεις
Στην αγορά της Ελλάδας η στρεβλή λειτουργία του μοντέλου συνεχίζει να εμφανίζεται με κάθε ευκαιρία εάν δούμε τι συνέβη τις τελευταίες μέρες:
■ Προχθές, Κυριακή 12/6, η μέση χονδρική τιμή σημείωσε μεγάλη πτώση (31%) στα 131,8 ευρώ ανά μεγαβατώρα, ενώ η ωριαία τιμή κατακρημνίστηκε στις 3 μ.μ. στα 20,23 ευρώ. Η πτώση ήταν αναμενόμενη, καθώς η ζήτηση ήταν πεσμένη λόγω της αργίας σε συνδυασμό με τις θερμοκρασίες που ήταν χαμηλές και δεν απαιτούσαν λειτουργία κλιματιστικών.
■ Χθες όμως, Δευτέρα, ενώ η αργία συνεχιζόταν για μεγάλο μέρος της κοινωνίας και η ζήτηση αναμενόταν να αυξηθεί κατά 13,2%, η μέση χονδρική τιμή εκτοξεύτηκε κατά 73% στα 227,96 ευρώ ανά μεγαβατώρα και η ωριαία δεν έπεσε κάτω από 193,6 ευρώ. Στο ενεργειακό μίγμα της Δευτέρας η συμμετοχή των ΑΠΕ ήταν ισχυρή και τις δύο μέρες (45%), όπως και εκείνη του λιγνίτη ήταν ομοίως ισχνή (κάτω από 3,6%). Το μόνο που άλλαξε ήταν το μερίδιο του φυσικού αερίου, που ανέβηκε από το 17,7% της Κυριακής στο 23% χθες ενώ όμως οι εισαγωγές μειώθηκαν από το 20,4% στο 16,5%.
■ Για να συμπληρωθεί το παράδοξο, η σημερινή μέση χονδρική τιμή πέφτει κατά 18% στα 188,06 ευρώ ανά μεγαβατώρα, παρά το γεγονός ότι το φυσικό αέριο ανεβαίνει στο 27,7% του μίγματος, ενώ οι «φτηνές» ΑΠΕ πέφτουν στο 35,6% και τα ακόμη φτηνότερα υδροηλεκτρικά πέφτουν στο 4,8% (από 6,6%). Η μόνη τεχνολογία που ενισχύεται σήμερα εμφανώς στο 8,5% (από 3,2%) είναι η παραγωγή ρεύματος από λιγνίτη.
