Σεισμό χωρίς… αντισεισμική προστασία προκάλεσε στις διεθνείς αγορές η χθεσινή εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία. Το χθεσινό ντου των ρωσικών στρατευμάτων, αν και είχε προαναγγελθεί από πολλούς, φάνηκε να πιάνει στον ύπνο μεγάλο μέρος της επενδυτικής κοινότητας, προκαλώντας ξεπούλημα και μεγάλη πτώση στα χρηματιστήρια. Παράλληλα, οδήγησε σε ακόμη υψηλότερα επίπεδα τις τιμές του πετρελαίου, του φυσικού αερίου, του αλουμινίου και άλλων εμπορευμάτων.
Το ξεπούλημα βύθισε τον πανευρωπαϊκό δείκτη Stoxx 600 κατά 3,28%, στο χαμηλότερο επίπεδο από τις αρχές του έτους, και όλα τα μεγάλα χρηματιστήρια της Ευρώπης σε σημαντικές απώλειες. Το Χρηματιστήριο της Φρανκφούρτης έκλεισε με πτώση 3,96%, το Παρίσι στο -3,83%, το Λονδίνο στο -3,86%, το Μιλάνο υποχώρησε 4,15% και η Μαδρίτη 2,86%. Στην Αθήνα ο Γενικός Δείκτης βυθίστηκε κατά 6,42%, σημειώνοντας τη μεγαλύτερη πτώση του από τον Φεβρουάριο του 2020. Στη Wall Street, περίπου μία ώρα πριν από το κλείσιμο, Dow Jones και S&P 500 υποχωρούσαν κατά 2% και 1% αντίστοιχα. Στη Μόσχα η αγορά βούτηξε αρχικά έως και 50% ενώ αργότερα μετρίασε τις απώλειες στο -39%. Το ρούβλι βυθίστηκε σε ιστορικό χαμηλό έναντι του δολαρίου και του ευρώ, υποχρεώνοντας την κεντρική τράπεζα της Ρωσίας σε παρεμβάσεις στήριξης.
Αντίθετα, στήριξη στους καταναλωτές δεν πρόσφερε καμία κυβέρνηση μεγάλης καταναλώτριας χώρας ενέργειας. Κανένας πρόεδρος, κανένας πρωθυπουργός δεν παρενέβη έστω και φραστικά προκειμένου να σταματήσει το ράλι της τιμής του μαύρου χρυσού.
Ο Τζο Μπάιντεν, που τον περασμένο Αύγουστο πίεζε τον ΟΠΕΚ και τους συμμάχους του να αυξήσουν την παραγωγή για να πέσουν οι τιμές και που εν συνέχεια συμμαχούσε με τις Κίνα, Ιαπωνία, Ινδία. Ν. Κορέα και Βρετανία για μια από κοινού απελευθέρωση των στρατηγικών πετρελαϊκών τους αποθεμάτων με τον ίδιο σκοπό, χθες έκανε… τουμπεκί. Καμία έκκληση στους συμμάχους Σαουδάραβες για αύξηση της παραγωγής, κουβέντα για νέα απελευθέρωση στρατηγικών αποθεμάτων. Κάποιες εκκλήσεις έκανε μόνο στις εταιρείες της χώρας του να μην εκμεταλλευτούν τη συγκυρία και προχωρήσουν σε ανατιμήσεις. Σε ένα τέτοιο πλαίσιο όποιος είχε ποντάρει σε άνοδο της τιμής του μαύρου χρυσού πάνω από τα 100 δολάρια, προσδοκώντας στη ρωσική εισβολή, ήταν χθες σαν να έκλεβε το… παγκάρι της εκκλησίας.
Η τιμή του μπρεντ εκτοξεύτηκε έως και 8,2% υψηλότερα, αγγίζοντας για πρώτη φορά από το 2014 τα 105 δολάρια ανά βαρέλι. Αργότερα ωστόσο έχασε μεγάλο μέρος αυτών των κερδών υποχωρώντας κάτω από τα 100 δολάρια. Ακόμη μεγαλύτερη, σχεδόν εκρηκτική άνοδο σημείωσε η τιμή του φυσικού αερίου. Καθώς η Ρωσία είναι ο μεγαλύτερος προμηθευτής της Ευρώπης, υπεύθυνη για τα 2/5 της προσφοράς φυσικού αερίου, η τιμή των προθεσμιακών συμβολαίων παράδοσης Μαρτίου στην αγορά του Αμστερνταμ απογειώθηκε έως και 57% υψηλότερα, από τα 81 ευρώ στα 134,7 ευρώ η μεγαβατώρα. Επίσης, η τιμή του αλουμινίου, που κατέγραψε άνοδο 4,8% σημειώνοντας νέο ρεκόρ, του νικελίου που χτύπησε το υψηλότερο επίπεδο από το 2011, ενώ ο χρυσός ως ασφαλές επενδυτικό καταφύγιο σε περιόδους κρίσεων εκτοξεύτηκε σε υψηλό 14μήνου. Οι τιμές σιταριού εκτοξεύτηκαν στο υψηλότερο επίπεδο των τελευταίων εννέα ετών, ενώ η τιμή του καλαμποκιού σε υψηλό οκταμήνου.
Εν τω μεταξύ, ο καταιγισμός οικονομικών κυρώσεων με τις οποίες απαντούν για την ώρα στον Πούτιν οι κυβερνήσεις της Δύσης προβληματίζουν αρκετούς αναλυτές για το αν είναι σε θέση να φέρουν κάποιο γρήγορο αποτέλεσμα. Επισημαίνουν ότι η Ρωσία δεν είναι τόσο ενσωματωμένη στο διεθνές εμπόριο και εύκολο να χτυπηθεί. Η ύπαρξή της δεν εξαρτάται απελπιστικά από τις εισαγωγές της.
Η Γερμανία, για παράδειγμα, εξάγει πολύ περισσότερα στην Πολωνία από ό,τι στη Ρωσία. Μετά την εισβολή στην Κριμαία η Μόσχα απομονώθηκε περισσότερο εμπορικά από τη Δύση, οι εισαγωγές κρέατος, φρούτων, λαχανικών και γαλακτοκομικών προϊόντων απαγορεύτηκαν για παράδειγμα. Επίσης υπήρξε μια σκόπιμη πολιτική στροφή προς την Κίνα. Το ρωσικό φυσικό αέριο κατευθύνεται από το 2019 μέσω του αγωγού Power of Siberia στη δεύτερη μεγαλύτερη οικονομία του κόσμου, ενώ ένας δεύτερος αγωγός είναι ήδη στα σκαριά. Επίσης, η χρηματοοικονομική της κατάσταση είναι πολύ διαφορετική απ’ ό,τι πριν από 25 χρόνια. Τα συναλλαγματικά της αποθέματα αγγίζουν σήμερα τα 500 δισ. δολάρια, ενώ το χρέος της είναι εξαιρετικά χαμηλό, κάτω από το 20% του ΑΕΠ.
Υπό το πρίσμα αυτό η Μόσχα μπορεί άνετα να αντεπεξέλθει στο μπλόκο της χρηματοδότησής της από τις διεθνείς κεφαλαιαγορές που θα επιχειρήσει η Δύση. Τέλος, η Μόσχα έχει και κάποια όπλα που μπορεί να τα χρησιμοποιήσει επιθετικά σε ανταπόδοση των κυρώσεων της Δύσης. Προμηθεύει το 40% του πετρελαίου και του άνθρακα της Ε.Ε. και πάνω από το 20% του φυσικού αερίου. Είναι ο δεύτερος μεγαλύτερος εξαγωγέας πετρελαίου στον κόσμο, ο μεγαλύτερος εξαγωγέας λιπασμάτων και παλλαδίου, όπως και άλλων πρώτων υλών. Την ισχύ αυτού του όπλου τη νιώθουμε ήδη όλοι μας.
