ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ efsyn.gr , Πάνος Κοσμάς
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Εντονες πιέσεις ασκεί στις τράπεζες η συγκυρία της πτώσης τιμών-ανόδου αποδόσεων των ελληνικών κρατικών ομολόγων. Οι πιέσεις αυτές είναι πολλαπλές, καθώς αυξάνονται οι προμήθειες που καταβάλλουν οι τράπεζες στο ελληνικό Δημόσιο για τον «Ηρακλή», μειώνεται η αξία του χαρτοφυλακίου τους σε ελληνικά κρατικά (και εταιρικά) ομόλογα και γίνεται ασύμφορη η αγορά νέων εκδόσεων ομολόγων για όσο διάστημα οι αποδόσεις αυξάνονται και οι τιμές μειώνονται.

Αύξηση επιτοκίων και CDS «στριμώχνουν» τις τράπεζες

Στην πραγματικότητα, οι τράπεζες είναι οι ευαίσθητοι δέκτες των πολλαπλών πιέσεων που δέχεται η ελληνική οικονομία από την ανοδική κίνηση των επιτοκίων· και το πρόβλημα είναι ότι είμαστε ακόμη στη μετάβαση προς ένα υψηλότερο επίπεδο επιτοκίων που κανείς δεν γνωρίζει σε ποια επίπεδα θα φτάσει. Η επικρατούσα άποψη στην αγορά είναι ότι η αμερικανική ομοσπονδιακή κεντρική τράπεζα (Fed) θα προβεί σε 6 ή 7 αυξήσεις επιτοκίων μέχρι το τέλος του 2022 ενώ και η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (ΕΚΤ) μετατόπισε τη ρητορική της σε πιο «επιθετική» κατεύθυνση.

Παρόλο που το ΔΝΤ επικροτεί την πολύ πιο συντηρητική πολιτική επιτοκίων της ΕΚΤ (όπως έδειξε πρόσφατο άρθρο που αναρτήθηκε στο ιστολόγιο του Ταμείου και υπογράφεται από τη γενική διευθύντριά του κ. Γκεοργκίεβα και δύο ακόμη στελέχη του) και παρόλο που τα προβλήματα των υψηλών τιμών ενέργειας και του υψηλού πληθωρισμού τροφοδοτούν εκτιμήσεις ακόμη και για επερχόμενη ύφεση στην αμερικανική οικονομία, οι αγορές προεξοφλούν ακόμη υψηλότερα επίπεδα επιτοκίων.

Καθώς λοιπόν είμαστε στη μετάβαση προς ακόμη υψηλότερα επίπεδα επιτοκίων, οι συνέπειες είναι αρνητικές για την ελληνική οικονομία γενικά και τις τράπεζες ειδικά:

● Καθώς οι αποδόσεις και τα επιτόκια του κρατικού χρέους κινούνται ανοδικά, σε ανάλογη ανοδική πορεία βρίσκονται και τα ελληνικά CDS (Credit Default Swaps), δηλαδή τα ασφάλιστρα κινδύνου του ελληνικού χρέους.

Στο παρατιθέμενο γράφημα αποδίδεται η πορεία τιμών των ελληνικών CDS (στη δεκαετή διάρκεια) από τις αρχές του 2020 μέχρι και σήμερα (και συγκεκριμένα μέχρι και το κλείσιμο της περασμένης Πέμπτης 17/2/2022). Αν εξαιρέσουμε την περίοδο από τον Μάρτιο μέχρι και τα μέσα Μαΐου του 2020, δηλαδή από το ξέσπασμα της πανδημίας και μέχρι να αρχίσει να λειτουργεί –προστατεύοντας τα ελληνικά ομόλογα– το έκτακτο πρόγραμμα πανδημίας της ΕΚΤ (PEPP), οι τιμές των ελληνικών CDS έβαιναν καθοδικά μέχρι και τα τέλη του Οκτωβρίου του 2020. Από εκεί και ύστερα όμως υπάρχει μια απότομη ανοδική κίνηση που μεταφράζεται ήδη σε αύξηση 65 μονάδων βάσης. Οι εκτιμήσεις είναι ότι η ανοδική πορεία θα συνεχιστεί, «παρακολουθώντας» την περαιτέρω αύξηση των επιτοκίων.

Το γεγονός αυτό έχει μια σημαντική συνέπεια για τις τράπεζες: αυξάνει ανάλογα το ύψος των προμηθειών που καταβάλλουν στο ελληνικό Δημόσιο έναντι των εγγυήσεων που αυτό παρέχει για τις τιτλοποιήσεις του προγράμματος «Ηρακλής» με το οποίο οι τράπεζες απαλλάχθηκαν από μεγάλο ποσοστό των «κόκκινων» δανείων. Το ύψος των προμηθειών είναι κυμαινόμενο και έχει «χτιστεί» με βάση το ελληνικό CDS (συν ένα επιπλέον περιθώριο), ώστε να καλύπτεται το ελληνικό Δημόσιο από τις διακυμάνσεις της αγοράς έναντι των ρίσκων που ανέλαβε. Ετσι, κάθε αύξηση στις τιμές των CDS σημαίνει ανάλογη αύξηση στο ύψος των προμηθειών που καταβάλλουν οι τράπεζες.

Ομως αυτή δεν είναι η μόνη αρνητική συνέπεια:

● Οι τράπεζες έχουν μεγάλο χαρτοφυλάκιο κρατικών ομολόγων τα οποία διακρατούν και χρησιμοποιούν σαν collateral για την άντληση ρευστότητας από την ΕΚΤ. Η αξία αυτού του χαρτοφυλακίου αποτιμάται στο πλαίσιο του ισολογισμού τους. Εδώ έγκειται το δεύτερο πρόβλημα που αντιμετωπίζουν οι τράπεζες από την ανοδική πορεία των επιτοκίων: η αύξηση των επιτοκίων και των αποδόσεων των κρατικών τίτλων συνεπάγεται μείωση των τιμών των ομολόγων και άρα μείωση της αξίας του χαρτοφυλακίου τους σε ομόλογα.

● Καθώς αναμένεται περαιτέρω αύξηση των αποδόσεων και άρα περαιτέρω μείωση των τιμών των ομολόγων, οι τράπεζες έχουν πρόβλημα να βρουν αγοραστές στις νέες εκδόσεις των ελληνικών ομολόγων ή στη δευτερογενή αγορά ομολόγων, από τη στιγμή που γνωρίζουν πως τα ομόλογα που θα αγοράσουν σήμερα θα έχουν μικρότερη τιμή αύριο. Ετσι, τα ελληνικά ομόλογα μένουν χωρίς «δομικούς» αγοραστές και στηρίγματα, δηλαδή «απροστάτευτα» στις αγορές, με αποτέλεσμα να διευρύνεται η απώλεια στις τιμές.

Σε τέτοιες συνθήκες, το όφελος από τα αυξημένα επιτόκια των ομολόγων υπερ-αντισταθμίζεται από τις απώλειες στις τιμές τους, με αποτέλεσμα να μην αποτελούν στήριγμα για την κερδοφορία των τραπεζών. Ετσι, οι τράπεζες δεν δείχνουν καμία διάθεση να μειώσουν το spread μεταξύ επιτοκίων καταθέσεων (που είναι σχεδόν μηδενικά) και επιτοκίων χορηγήσεων, που κινείται περί το 3,76% και είναι το υψηλότερο στην ευρωζώνη των «19». Και παρά αυτό το πολύ υψηλό περιθώριο, που θα είχε νόημα σαν ασφάλιστρο κινδύνου για τα δάνεια που παρέχουν, αποφεύγουν να αναλάβουν ρίσκα και έχουν αποκλείσει από τη χρηματοδότηση εκατοντάδες χιλιάδες μικρομεσαίες επιχειρήσεις. Με λίγα λόγια, χρεώνουν πολύ υψηλό ασφάλιστρο ρίσκου χωρίς να αναλαμβάνουν ρίσκα…