Ο πληθωρισμός και θα αυξηθεί τους επόμενους μήνες και θα κρατήσει περισσότερο από όσο περιμέναμε, η ανάκαμψη θα είναι λιγότερο ορμητική από όσο ελπίζαμε και η νομισματική μας πολιτική θα μείνει χαλαρή και υποστηρικτική για όσο χρειαστεί. Αυτό είναι το γενικόλογο τρίπτυχο των χθεσινών ανακοινώσεων της ΕΚΤ και της συνέντευξης Τύπου της προέδρου της Κριστίν Λαγκάρντ με τον αντιπρόεδρο Λουίς ντε Γκίντος, που δεν μας έκαναν ιδιαίτερα σοφότερους.
Το Δ.Σ. της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, όπως αναμενόταν, άφησε αμετάβλητα τα βασικά επιτόκια, παρά τη σταθερή αύξηση του πληθωρισμού αρκετά πάνω από τον στόχο του 2% (3,4% τον Σεπτέμβριο), ενώ θα συνεχίσει τις αγορές ομολόγων στο πλαίσιο του έκτακτου προγράμματος κατά της πανδημίας με «μετρίως χαμηλότερο ρυθμό». Αναλυτικότερα η ΕΚΤ αποφάσισε:
■ Να διατηρήσει τα επιτόκια των πράξεων κύριας αναχρηματοδότησης, διευκόλυνσης οριακής χρηματοδότησης και διευκόλυνσης αποδοχής καταθέσεων στο 0%, 0,25% και -0,50% αντίστοιχα, μέχρις ότου διαπιστώσει ότι ο πληθωρισμός σταθεροποιείται στο 2% μακροπρόθεσμα.
■ Να συνεχίσει το πρόγραμμα αγοράς ομολόγων που ξεκίνησε το 2015 (το πρόγραμμα APP) με ρυθμό 20 δισ. ευρώ τον μήνα και να εξακολουθήσει να επανεπενδύει πλήρως τα ποσά από την εξόφληση τίτλων του προγράμματος στη λήξη τους «για όσο διάστημα κρίνει αναγκαίο».
■ Να συνεχίσει τις αγορές ομολόγων στο πλαίσιο του πανδημικού προγράμματος PEPP τουλάχιστον μέχρι το τέλος του Μαρτίου 2022 και να επανεπενδύει τα ποσά από την εξόφληση αντίστοιχων τίτλων κατά τη λήξη τους τουλάχιστον μέχρι το τέλος του 2023.
Στην αιτιολόγηση των αποφάσεων της ΕΚΤ η Λαγκάρντ επισήμανε ως τροφοδότες του επίμονου πληθωρισμού την εκτίναξη των ενεργειακών τιμών, την ισχυρή άνοδο της ζήτησης, την οποία ωστόσο αδυνατεί να υπηρετήσει η προσφορά με αποτέλεσμα το έμφραγμα που έχει προκληθεί στην παγκόσμια εφοδιαστική αλυσίδα και τις τεράστιες καθυστερήσεις στις παραδόσεις παραγγελιών, αλλά και το τέλος του μειωμένου ΦΠΑ στη Γερμανία. Παρότι η ηγεσία της ΕΚΤ αναγκάζεται για δεύτερο συνεχή μήνα να αναθεωρήσει επί τα χείρω τις εκτιμήσεις περί «παροδικού πληθωρισμού», επιμένει στην αποκλιμάκωσή του εντός του 2022 (αλλά πότε;), ενώ απορρίπτει τις προειδοποιήσεις για τον κίνδυνο στασιμοπληθωρισμού.
Εν τω μεταξύ όλα τα τελευταία στοιχεία από την ευρωζώνη συνθέτουν ένα αντιφατικό μείγμα υψηλών προσδοκιών από τις επιχειρήσεις και μεγάλης αβεβαιότητας από τους καταναλωτές. Το πιο εντυπωσιακό στοιχείο ήρθε χθες από τη Γερμανία, όπου η πρόβλεψη για τον πληθωρισμό τον Οκτώβριο οδηγεί σε ρεκόρ 28 ετών, με τον δείκτη τιμών να κλείνει με ετήσια αύξηση 4,5%. Τροφοδότες του άλματος ήταν φυσικά η αύξηση στα ενεργειακά αγαθά, με ετήσια άνοδο 18,6%, στα εμπορεύματα με αύξηση 7% και στα τρόφιμα με 4,4%. Ιστορικό υψηλό κατέγραψαν και οι τιμές παραγωγού στην Ιταλία τον Σεπτέμβριο με αύξηση 13,3%, την υψηλότερη από το 1991.
Προφανώς η επίμονη τάση αύξησης των τιμών εκτός του ότι δεν πτοεί την ΕΚΤ, δεν επηρεάζει και το ηθικό των επιχειρήσεων. Στην ευρωζώνη ο δείκτης οικονομικού κλίματος αυξήθηκε κατά 0,8 μονάδες (στις 118,6 μονάδες) τον Οκτώβριο, ελάχιστα κάτω από το ιστορικό υψηλό του Ιουλίου (119 μονάδες).
Από τις επιμέρους συνιστώσες του δείκτη το οικονομικό κλίμα βελτιώνεται θεαματικά στις υπήρεσίες (18,2 έναντι 15,2 τον Σεπτέμβριο), το λιανεμπόριο (2,0 έναντι 1,4) και στις κατασκευές (8,9 έναντι 7,5), ενώ αντίθετα η εμπιστοσύνη των καταναλωτών επιδεινώθηκε (-4,8 τον Οκτώβριο από -4,0 τον Σεπτέμβριο). Η ακρίβεια είναι ο βασικός παράγοντας της ανησυχίας των καταναλωτών, καθώς ο δείκτης προσδοκιών για τον πληθωρισμό εκτινάχθηκε στο 40 τον Οκτώβριο, που είναι η υψηλότερη τιμή από το 1993.
