Συνολικά 1,850 τρισ. ρευστότητα + 1,8 τρισ. ευρωπαϊκά κονδύλια= 3,6 τρισ. ευρώ κατά της πανδημίας. Αυτό σε αδρές γραμμές είναι το σωρευτικό αποτέλεσμα των εξελίξεων που σημειώθηκαν χθες μεταξύ Βρυξελλών και Φρανκφούρτης, με τον συμβιβασμό μεταξύ των 27 για τον νέο προϋπολογισμό της Ε.Ε. και το Ταμείο Ανάκαμψης και την απόφαση της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας να αυξήσει το έκτακτο πρόγραμμα αγοράς κρατικών και εταιρικών ομολόγων κατά της πανδημίας (το pandemic emergency purchase programme, PEPP) και να επεκτείνει τον ορίζοντα εφαρμογής του για σχεδόν ενάμιση ακόμη χρόνο.
Ο ορίζοντας της απόφασης της ΕΚΤ δείχνει και την πεποίθηση της ηγεσίας της ότι το 2021 θα κυλήσει με μεγάλες δυσκολίες και σε κάθε περίπτωση δεν θα ακολουθήσει το σενάριο ανάκαμψης τύπου V, δηλαδή μιας αλματώδους ανάκαμψης που θα καλύψει τις πρωτοφανείς απώλειες του 2020.
Το Δ.Σ. της ΕΚΤ αποφάσισε να αυξήσει κατά 500 δισ. ευρώ τις αγορές τίτλων, ανεβάζοντας τη δύναμη πυρός του PEPP στο 1,850 τρισ. ευρώ, και να παρατείνει το πρόγραμμα τουλάχιστον μέχρι τον Μάρτιο του 2022, από τον Ιούνιο του 2021 που ήταν ο μέχρι χθες προγραμματισμός. Εχει σημασία άλλωστε ότι η ΕΚΤ σημειώνει στην απόφασή της πως θα συνεχίσει τις αγορές ομολόγων και άλλων τίτλων μέχρι να εκτιμήσει ότι η κρίση που προκαλεί η πανδημία έχει λήξει.
Επιπλέον η ΕΚΤ αποφάσισε να συνεχίσει τον μακροπρόθεσμο δανεισμό προς τις τράπεζες με εξαιρετικά ευνοϊκούς όρους (ουσιαστικά μηδενικά επιτόκια) μέχρι και τον Ιούνιο του 2022, ενώ προανήγγειλε ότι στη διάρκεια του επόμενου έτους θα γίνουν τέσσερις πρόσθετες πράξεις μακροπρόθεσμης αναχρηματοδότησης. Το βασικό επιτόκιο αναχρηματοδότησης διατηρήθηκε μηδενικό ενώ το επιτόκιο διευκόλυνσης αποδοχής καταθέσεων διατηρήθηκε στο αρνητικό ιστορικό χαμηλό -0,50%. Πέραν αυτών, η ΕΚΤ θα συνεχίσει και το τρέχον, «κανονικό» πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης (το asset purchase programme – APP), με μηνιαίες αγορές ομολόγων 20 δισ. ευρώ.
«Η αβεβαιότητα παραμένει υψηλή, μεταξύ άλλων και σε ό,τι αφορά τη δυναμική της πανδημίας και το χρονοδιάγραμμα της διάθεσης των εμβολίων. Θα συνεχίσουμε επίσης να παρακολουθούμε τις εξελίξεις… Το Διοικητικό Συμβούλιο, επομένως, παραμένει έτοιμο να προσαρμόσει καταλλήλως όλα τα μέσα που διαθέτει», είναι οι χαρακτηριστικές φράσεις της ανακοίνωσης της ΕΚΤ από τις οποίες αναδύεται ανησυχία, ενώ η ίδια η πρόεδρος της ΕΚΤ, Κριστίν Λαγκάρντ, παραδέχθηκε ότι το πλήγμα της πανδημίας στην οικονομία ξεπέρασε τις αρχικές εκτιμήσεις της. Με δεδομένη την παράταση των λοκντάουν και παρά την ισχυρή ανάκαμψη της ευρωζώνης στο τρίτο τρίμηνο του έτους, η Λαγκάρντ εκτίμησε ότι το τέταρτο τρίμηνο θα κλείσει με σημαντική πτώση του ΑΕΠ. «Η μεταποίηση αντέχει μεν, όμως οι υπηρεσίες κλονίζονται, ο πληθωρισμός είναι εξαιρετικά χαμηλός και η ζήτηση παραμένει αδύναμη» ήταν το τετράπτυχο της απαισιοδοξίας της προέδρου της ΕΚΤ.
Οι ανακοινώσεις της ΕΚΤ, αν και αναμενόμενες, σε συνδυασμό με τα μηνύματα από τις Βρυξέλλες για απεμπλοκή του ευρωπαϊκού προϋπολογισμού και του Ταμείου Ανάκαμψης από το ουγγρο-πολωνικό βέτο, πυροδότησαν ακόμη ένα κύμα αγορών ομολόγων της ευρωζώνης και πτώσης των αποδόσεών τους. Το επιτόκιο του ελληνικού δεκαετούς ομολόγου ήταν χθες 0,61%, του ιταλικού 0,53%, του ισπανικού μόλις 0,02%, ενώ του πορτογαλικού ήταν αρνητικό, -0,02%. Αρνητικά παρέμειναν τα επιτόκια των περισσότερων χωρών της ευρωζώνης.
Κατά τις εκτιμήσεις της αγοράς, οι αποφάσεις της ΕΚΤ θα επιτρέψουν την αγορά επιπλέον 10-15 δισ. ελληνικών ομολόγων, καλύπτοντας μεγάλο μέρος των δανειακών αναγκών του Δημοσίου για το 2021. Μέχρι τα τέλη του προηγούμενου μήνα η ΕΚΤ είχε αγοράσει 16 δισ. ελληνικά ομόλογα που είναι διαπραγματεύσιμα, ενώ ώς το τέλος του προγράμματος οι αγορές μπορεί να φτάσουν τα 40 δισ.
