ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ efsyn.gr , Μπάμπης Μιχάλης
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Ενώ οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις διασταυρώνουν τα ξίφη τους για το Ταμείο Ανάκαμψης και τον τρόπο που θα κατανεμηθούν τα ύψους 750 δισ. ευρώ κεφάλαια αυτού, κάποια στοιχεία που ήρθαν χθες στη δημοσιότητα εγείρουν μεγάλα ερωτηματικά για την αποτελεσματικότητα των πακέτων στήριξης που πομπωδώς εξήγγειλαν οι χώρες της Ευρώπης κατά τη διάρκεια της πανδημίας του κορονοϊού για την αντιμετώπισή των οικονομικών επιπτώσεων.

Σύμφωνα με τα στοιχεία που συγκέντρωσε το πρακτορείο Bloomberg, από τις 7 μεγαλύτερες οικονομίες της Ε.Ε. (Γερμανία, Γαλλία, Ιταλία, Ισπανία, Βρετανία, Ελβετία, Αυστρία) ώς τις 18 Ιουνίου λιγότερο από το 15% των κεφαλαίων που διατέθηκαν από τις κυβερνήσεις μέσω των τραπεζών ως εγγυήσεις για τη λήψη δανείων είχε απορροφηθεί από τις επιχειρήσεις. Το υπόλοιπο 85% των κεφαλαίων αυτών, δηλαδή πάνω από 2 τρισ. ευρώ –ποσό που υπερβαίνει το ΑΕΠ της Ισπανίας– παρέμενε αδιάθετο.

Η αναποτελεσματικότητα διοχέτευσης αυτών των εγγυήσεων προς τις επιχειρήσεις που τις είχαν πραγματικά ανάγκη προκαλεί. Υποσκάπτει όχι μόνο τις προοπτικές επιβίωσης αυτών, αλλά και στο σύνολό της την πραγματική οικονομία, τορπιλίζοντας την προσπάθεια ανάκαμψης. Εγείρει ερωτήματα τόσο για τη σοβαρότητα των κυβερνητικών εξαγγελιών και σχεδιασμών όσο και για τους μηχανισμούς που παρεμβάλλονται στη διοχέτευση αυτού του τύπου κρατικής στήριξης.

Το Bloomberg υποστηρίζει ότι η περιορισμένη λήψη εγγυήσεων από τις επιχειρήσεις οφείλεται σε προβλήματα τόσο στην πλευρά της προσφοράς όσο και της ζήτησης. Σημειώνει, για παράδειγμα, ότι οι γερμανικές επιχειρήσεις δεν αξιοποίησαν τις εγγυήσεις επειδή είχαν ήδη επαρκή διαθέσιμα και δεν χρειάστηκε να καταφύγουν στον δανεισμό. (Το γερμανικό κράτος διέθεσε εγγυήσεις 1,2 τρισ. ενώ τα δάνεια που εκταμιεύτηκαν ήταν μόλις 30 δισ. ευρώ.)

Από την άλλη πλευρά, όμως, έρευνα του Ευρωπαϊκού Συνδέσμου Βιοτεχνών, μικρών και μεσαίων επιχειρήσεων (SME United) που πραγματοποιήθηκε νωρίτερα σε 15 χώρες της Ε.Ε., μεταξύ των οποίων και η Ελλάδα, είναι αποκαλυπτική. Διαπίστωσε ότι τα προβλήματα που αντιμετώπισαν οι μικρές επιχειρήσεις για τον δανεισμό τους στη διάρκεια της πανδημίας ήταν σχεδόν παντού τα ίδια: μεγάλη γραφειοκρατία, υψηλά επιτόκια δανεισμού, υψηλές προμήθειες και απροθυμία από τις τράπεζες.

Μεταξύ άλλων η έρευνα του SME United βρήκε και ότι:

■ Πολύ συχνά τα δημόσια σχήματα χορηγήσεων απαιτούσαν τεράστιο όγκο πληροφοριών με αποτέλεσμα ιδιαίτερα περίπλοκες διαδικασίες στις αιτήσεις χορήγησης.

■ Σε περιπτώσεις που η παρεχόμενη από το κράτος εγγύηση ήταν κάτω από το 100% του αιτούμενου δανείου, οι τράπεζες δίσταζαν να αναλάβουν το υπόλοιπο ρίσκο ή απαιτούσαν επιπλέον εγγυήσεις οι οποίες ήταν μάλιστα και πολύ μεγάλες.

■ Οι τράπεζες είχαν την ίδια προσέγγιση με αυτήν που είχαν προ κρίσης για τους κινδύνους. Αυτό οδηγούσε σε αρνητικές αποτιμήσεις, απόρριψη αιτήσεων χορήγησης ή υψηλότερα επιτόκια. Υπάρχουν αναφορές ότι οι τράπεζες απαίτησαν από τις εταιρείες που ζητούσαν δάνειο επιτόκια από 6% έως 10%.

■ Αρκετές εταιρείες κατηγόρησαν τις τράπεζες ότι όχι μόνο δεν προώθησαν την ελαστικοποίηση που παρείχαν η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, η Ευρωπαϊκή Αρχή Τραπεζών (ΕΒΑ) και οι κυβερνήσεις προς τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις της ευρωζώνης, αλλά αντίθετα τη χρησιμοποίησαν προκειμένου να βελτιώσουν τους ισολογισμούς τους. Πληροφορίες έφεραν κάποιες τράπεζες να αξιοποιούν την κρατική στήριξη όχι για τη χορήγηση επιπλέον δανείων αλλά για την αναδιάρθρωση παλαιών.

■ Υπήρξαν, ακόμη, ενδείξεις περιορισμένης διοικητικής ικανότητας η οποία παρεμπόδισε την ταχεία ανάπτυξη μέτρων στήριξης. Η ανικανότητα αυτή αφορούσε τόσο τους ενδιάμεσους φορείς του κράτους όσο και τις τράπεζες.

■ Κάποια μέλη του συνδέσμου κατήγγειλαν επιπρόσθετες προμήθειες από τις τράπεζες, οι οποίες έφταναν έως και στο 20% του αιτούμενου δανείου.

Ολα αυτά υποδεικνύουν αναμφίβολα πλημμελή έλεγχο τόσο από μέρους των ευρωπαϊκών θεσμών όσο και των εθνικών κυβερνήσεων στην υλοποίηση των μέτρων στήριξης, με αποτέλεσμα να υψωθούν εμπόδια στη διαδρομή του δημόσιου χρήματος και στη χρηματοδότησης των επιχειρήσεων.