Η ευρωζώνη χρειάζεται μια πιο δυναμική κοινή απάντηση στην κρίση, τόνισε η πρόεδρος της ΕΚΤ, προειδοποιώντας για τον κίνδυνο μεγάλων αποκλίσεων μεταξύ των χωρών μελών.
Μιλώντας σε συνέδριο που οργάνωσε το Ευρωπαϊκό Πανεπιστημιακό Ινστιτούτο της Φλωρεντίας, η Λαγκάρντ ζήτησε «μια κοινή ευρωπαϊκή δημοσιονομική απάντηση» που είναι «γρήγορη, ευμεγέθης και συμμετρική». Η ΕΚΤ έχει ήδη δεσμευτεί να αγοράσει περιουσιακά στοιχεία άνω του 1 τρισ. ευρώ φέτος και να χορηγήσει ρευστότητα περίπου 3 τρισ. ευρώ μέσω πολύ φθηνών δανείων στις τράπεζες για τη στήριξη των οικονομικών.
Και η απάντηση των ευρωπαϊκών κυβερνήσεων στην πανδημία, τόνισε, θα είχε ως αποτέλεσμα πρόσθετη ανάγκη χρηματοδότησης που θα ισοδυναμεί στο 10% του ευρωπαϊκού ΑΕΠ. Αυτό μπορεί να οδηγήσει «σε πρόσθετη έκδοση χρέους από 1 τρισ. έως 1,5 τρισ. ευρώ μόνο το 2020», προειδοποίησε, πράγμα που εγκυμονεί τον κίνδυνο να υπάρξουν μεγάλες αποκλίσεις μεταξύ των χωρών.
«Η κάθε χώρα θα πρέπει να μπορεί να απαντήσει ανάλογα με τις ανάγκες της», είπε η πρόεδρος της ΕΚΤ, υπογραμμίζοντας ότι μέχρι τώρα οι απαντήσεις αυτές συνίστανται ως επί το πλείστον σε εγγυήσεις δανείων προς τις επιχειρήσεις, οι οποίες σύντομα θα λήξουν. «Ετσι», είπε, «το κόστος της κρίσης θα συνεχίσει να αυξάνεται».
Η Κομισιόν σχεδιάζει ένα «εργαλείο ανάκαμψης» εκατοντάδων δισεκατομμυρίων ευρώ για να βοηθήσει τις οικονομίες να ανακάμψουν, αλλά το πώς θα συγκεντρωθούν αυτά τα ποσά, πόσα θα δοθούν ως επιχειρήσεις και πόσα ως δάνεια και για ποιους σκοπούς θα χρησιμοποιηθούν αυτά τα χρήματα, είναι ερωτήματα που προκαλούν ακόμα και τώρα τριβές μεταξύ των ευρωπαϊκών κυβερνήσεων.
Οικονομολόγοι και η ΕΚΤ έχουν εκφράσει ανησυχία για τις διαφορετικές ταχύτητες ανάκαμψης των οικονομιών εντός της ευρωζώνης και την παραμόρφωση της ενιαίας αγοράς από τα διαφορετικά επίπεδα κρατικής βοήθειας που χορηγούν οι κυβερνήσεις στις επιχειρήσεις. «Είμαστε στη κυριολεξία σε σταυροδρόμι- είτε θα δώσουμε μια ισχυρή κοινή απάντηση ή όλο το οιοδόμημα θα καταρρεύσει», προειδοποίησε και ο Ευρωπαίος Επίτροπος Οικονομικών Υπόθέσεων Πάολο Τζεντιλόνι, προσθέτοντας ότι είναι πολύ σημαντικό να μικρύνουν οι αποκλίσεις μεταξύ των οικονομιών των χωρών-μελών.
