Νέα μεγάλη βουτιά σημείωσαν χθες τα διεθνή χρηματιστήρια παρά την αιφνιδιαστική μείωση των επιτοκίων από την ομοσπονδιακή τράπεζα των ΗΠΑ προχθές το βράδυ και τις υποσχέσεις του G7 και των υπουργών Οικονομικών της Ε.Ε.
Στις ΗΠΑ η Wall Street ξεκίνησε με πτώση μεγαλύτερη του 8% ενεργοποιωντας για τρίτη φορά στις τελευταίες 8 μέρες τον «αυτόματο διακόπτη» -που έχει θεσπίσει η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς για την αποφυγή των πωλήσεων πανικού- και οδηγώντας σε αναστολή διαπραγματευσης των μετοχών για 15 λεπτά. Η συνέχεια ήταν όμως ακόμα χειρότερη καθώς ο Dow Jones και οι υπόλοιποι δείκτες της αμερικανικής αγοράς συνέχισαν την ελεύθερη πτώση τους.
Στο τέλος ο δείκτης υψηλής κεφαλαιοποίησης της αμερικανικής αγοράς έκλεισε με απώλειες 2.997 μονάδων -ή -12,94%- στις 20.188 μονάδες. Ηταν η δεύτερη μεγαλύτερη -σε ποσοστό- πτώση για τον Dow Jones μετά από αυτήν στο κραχ του 1987. Οι απώλειές του από το ρεκόρ του που σημείωσε πριν από μερικές βδομάδες αγγίζουν πλέον το 30%, ενώ μια περαιτέρω πτώση 456 μονάδων από τα χθεσινά επίπεδα θα έχει εξανεμίσει όλη την άνοδο που κατέγραψε επί προεδρίας Τραμπ.
Αλλά και στην Ευρώπη, παρά τον μετριασμό προς το τέλος της συνεδρίασης, οι απώλειες που κατέγραψαν τα χρηματιστήρια ήταν εξίσου μεγάλες, οδηγώντας τις μετοχές στα χαμηλότερα επίπεδά τους από το 2012.
Στην Φρανκφούρτη ο DAX έκλεισε με πτώση 5,31% στο Λονδίνο ο FTSE100 στο -4,01%, στο Παρίσι ο CAC στο -5,75% στη Μαδρίτη ο ΙΒΕΧ στο -7,88%, στο Μιλάνο ο FTSE ΜΙΒ στο -6,10% ενώ στο Χρηματιστήριο Αθηνών ο γενικός δείκτης στο -12,24%. Στις αγορές εμπορευμάτων η τιμή του πετρελαίου συνέχισε την καθοδική τροχιά της υποχωρώντας κάτω από τα 30 δολάρια το βαρέλι. Η τιμή του αμερικανικού αργού υποχώρησε έως και τα 28,03 δολάρια ανά βαρέλι καταγράφοντας απώλειες 10%, ενώ το μπρεντ βουτηξε 3,8 δολάρια χαμηλότερα ή πάνω από 11% στα 30,05 δολάρια ανά βαρέλι.
Η χθεσινή καθίζηση των αγορών προκλήθηκε παρά την αιφνιδιαστική μείωση των αμερικανικών επιτοκίων στο 0%-0,25% -το χαμηλότερο επίπεδο από το 2015- την Κυριακή το βράδυ από τη Fed και την επανέναρξη προγράμματος ποσοτικής χαλάρωσης ύψους 700 δισ. δολαρίων. Θεωρητικά η κίνηση της αμερικανικής κεντρικής τράπεζας όπως και των υπόλοιπων μεγάλων κεντρικών τραπεζών του κόσμου τις προηγούμενες μέρες θα έπρεπε να τονώσουν το κλίμα στις αγορές.
Οι τελευταίες όμως ουδόλως εντυπωσιαστηκαν. Η αποτυχία παραπέμπει σε αυτό που εδώ και καιρό φωνάζει πληθώρα οικονομολόγων, ότι δηλαδή οι κεντρικοί τραπεζίτες και η νομισματική πολιτική δεν μπορούν από μόνοι τους να επιλύσουν την κρίση που έχει δημιουργήσει ο κορονοϊός. Τα ιστορικά χαμηλά επιτόκια, τα φτηνά δάνεια στις τράπεζες, οι ενέσεις ρευστότητας δεν μπορούν να ανατρέψουν το σοκ στην προσφορά και την παραγωγή ούτε βέβαια να αναπληρώσουν τη βουτιά σε κατανάλωση και ζήτηση. Η κατάσταση μοιάζει με κινούμενη άμμο. Οσο περισσότερο οι κεντρικές τράπεζες προσπαθούν με μέτρα να βγάλουν τις οικονομίες από την κρίση, τόσο βαθύτερα αυτές βουλιάζουν μαζί με τις κεφαλαιαγορές.
Οι κυβερνήσεις από την άλλη πλευρά, σε αντίθεση με τον κορονοϊό που εξαπλώνεται ταχύτατα, κινούνται απελπιστικά αργά. Εξαγγέλλουν μέτρα το ένα μετά το άλλο για την ενίσχυση επιχειρήσεων, κλάδων, εργαζομένων και συνολικά της οικονομίας υποσχόμενες εκατοντάδες δισεκατομμυρίων για την αναπλήρωση απώλειών, το μέγεθος των οποίων ομως δεν είναι ακόμά γνωστό. Δεν έχουν πείσει. Και αυτό ίσως να οφείλεται στο γεγονός ότι για το μείζον της κρίσης, τον κορονοϊό και την πανδημία δεν έχουν χρησιμοποιήσει ακόμα όλο το οπλοστάσιο που υπάρχει.
Η τραγωδία της Ιταλίας -σε αντιπαραβολή με τις εξελίξεις στην Κίνα όπου η επιδημία τείνει να τεθεί υπό έλεγχο- υποδεικνύει το πόσο σημαντικός είναι ο ρόλος του κράτους και του δημόσιου συστήματος υγείας. Ομως τα περισσότερα δημόσια συστήματα υγείας στις χώρες της Ευρώπης και του υπόλοιπου πλανήτη έχουν συρρικνωθεί δραματικά τα τελευταία 40 χρόνια προς χάριν των δυνάμεων της αγοράς και του ιδιωτικού τομέα.
Καθώς, παρά τις καραντίνες, τα κρούσματα του ιού με λοίμωξη στο αναπνευστικό θα αυξάνονται δραματικά στη συνέχεια και οι ανάγκες για παροχή ειδικής περίθαλψης σε αυτα θα μεγαλώνει, τα δημόσια συστήματα υγείας εκτιμάται ότι θα φτάσουν στα όριά τους. Αρκετοί επιστήμονες προειδοποιούν για χιλιάδες κηδείες στη διάρκεια του Πάσχα, αν η εξάπλωση του ιού δεν περιοριστεί, και αυτό οι αγορές το γνωρίζουν.
Η μοναδική λύση απέναντι σε μια τέτοια συμφορά ίσως να είναι η επίταξη του ιδιωτικού τομέα υγείας από το κράτος τώρα. Μια τέτοια κίνηση θα απομάκρυνε μεγάλο μέρος του φόβου και του πανικού που υπάρχει, ενώ θα λειτουργούσε καθησυχαστικά για τους συντελεστές της οικονομίας και τις αγορές. Απαιτείται βέβαια ισχυρή πολιτική βούληση. Τα χθεσινά ανακοινωθέντα από τις τηλεδιασκέψεις των υπουργών Οικονομικών της Ε.Ε. και των ηγετών του G7 όμως κάθε άλλο παρά αυτό έδειξαν.
