ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ efsyn.gr , Μπάμπης Μιχάλης
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Μόνο για γλέντια και πανηγύρια δεν είχαν διάθεση όλοι όσοι συγκεντρώθηκαν την περασμένη εβδομάδα στην Ουάσινγκτον για την τακτική φθινοπωρινή σύνοδο του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου και της Παγκόσμιας Τράπεζας.

Οι δύο οργανισμοί -που αναδύθηκαν από τη σύνοδο του Μπρέτον Γουντς στα τέλη του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου- συμπλήρωσαν φέτος τα 75 χρόνια ζωής. Ωστόσο κανείς από τους υπουργούς Οικονομικών, τους κεντρικούς τραπεζίτες, τους οικονομολόγους και τους λοιπούς συντελεστές διαμόρφωσης της οικονομικής πολιτικής, που συμμετείχαν σε αυτήν την 41η σύνοδο των δύο οργανισμών, δεν φάνηκε να το γιορτάζει.

Αντίθετα ο πεσιμισμός κυριάρχησε στα πάνελ των συζητήσεων, καθώς τα σύννεφα πυκνώνουν απειλητικά: η παγκόσμια οικονομία επιβραδύνει προς τον χαμηλότερο ρυθμό ανάπτυξης των τελευταίων 10 ετών, η πεποίθηση ότι τα χαμηλά επιτόκια είναι εδώ για να μείνουν ενισχύει ριψοκίνδυνες επενδυτικές συμπεριφορές και τη συσσώρευση επικίνδυνων χρεών, το ρολόι της κλιματικής αλλαγής χτυπάει ακόμα πιο δυνατά, ενώ η απειλή μιας νέας οικονομικής κρίσης αυξάνεται.

Χωρίς φρένο

Το χειρότερο; Κανείς δεν δείχνει διάθεση να συνεργαστεί προκειμένου να αντιμετωπιστούν όλοι αυτοί οι κίνδυνοι.

«Η Μεγάλη Υφεση έπιασε άπαντες στον ύπνο, όμως οι οικονομίες ήθελαν να συνεργαστούν προκειμένου να βγουν από αυτήν. Η τρέχουσα επιβράδυνση δεν προκαλεί έκπληξη σε κανένα. Κανείς όμως δεν θέλει να συνεργαστεί».

Η δήλωση του Μεξικανού υπουργού Οικονομικών, Αρτούρο Χερέρα, στο περιθώριο της συνόδου αντικατοπτρίζει με τον σαφέστερο τρόπο πώς έχουν τα πράγματα. Ολοι βλέπουν ότι το τρένο τρέχει προς τον γκρεμό, όμως κανείς δεν σηκώνεται από τη θέση του για να κάνει κάτι να το σταματήσει.

Τη μεγαλύτερη ευθύνη γι’ αυτήν την εξέλιξη φέρει βέβαια η κυβέρνηση Τραμπ και οι εμπορικοί πόλεμοι που αυτή έχει ξεκινήσει ανά τον πλανήτη προκειμένου να…. «ξανακάνει την Αμερική μεγάλη». Τις επιπτώσεις αυτής της πολιτικής υφίστανται πλέον άπαντες.

«Ολοι χάνουν» είπε χαρακτηριστικά η νέα γενική διευθύντρια του ΔΝΤ, Κρισταλίνα Γκεοργκίεβα, στην τελευταία παρέμβασή της το προηγούμενο Σάββατο, ζητώντας κάπως γενικόλογα αύξηση της πίεσης από τα 189 κράτη-μέλη του Ταμείου προκειμένου οι χώρες να εφαρμόσουν και να βελτιώσουν τους κανόνες του διεθνούς εμπορίου και να μειωθεί η αβεβαιότητα. Από την πλευρά τους σχεδόν όλοι οι κεντρικοί τραπεζίτες και οι υπουργοί Οικονομικών που συμμετείχαν στη σύνοδο είχαν να πουν μια πονεμένη ιστορία για την οικονομία της χώρας τους.

Ο επίτροπος Οικονομικών Υποθέσεων της Ε.Ε. Πιερ Μοσκοβισί τόνισε ότι τον πόνο των επιπτώσεων του εμπορικού πολέμου νιώθουν ιδιαίτερα οι ευρωπαϊκές χώρες που βασίζονται στις εξαγωγές και είναι ανοιχτές στο διεθνές εμπόριο και κυρίως η Γερμανία, το 40% του ΑΕΠ της οποίας προήλθε πέρσι από τις εξαγωγές.

Η καθίζηση των τελευταίων, τόνισε ο Γερμανός υπουργός Οικονομικών Ολαφ Σολτς, τροφοδοτεί με αβεβαιότητα τις επιχειρήσεις, αρκετές από τις οποίες αναστέλλουν ή συρρικνώνουν τα επενδυτικά τους σχέδια και αυτό θα έχει αντίκτυπο τα επόμενα χρόνια. Ανάλογα προβλήματα βιώνει όμως και η ιαπωνική οικονομία, που -όπως τόνισε ο κεντρικός τραπεζίτης της χώρας, Χαρουχίκο Κουρόντα- βλέπει τις εξαγωγές της να εξασθενούν σημαντικά επηρεάζοντας τη βιομηχανική παραγωγή.

Αλλά και αξιωματούχοι άλλων χωρών, όπως για παράδειγμα το Περού, που μείωσε τις προβλέψεις του για την ανάπτυξη φέτος λόγω των νέων εμπορικών φραγμών, ή το Μεξικό, που φοβάται διολίσθησή του σε ύφεση από την οποία θα είναι πιο δύσκολο να βγει σε σχέση με πριν από μια δεκαετία, ανάλογα προβλήματα περιέγραψαν. Τις επιπτώσεις της εμπορικής διαμάχης υφίστανται, τέλος, και χώρες με μικρό αντίκρισμα στο διεθνές εμπόριο, όπως η Ισλανδία που ξέφυγε από την ύφεση του 2008 χάρη στον τουρισμό.

Από την έναρξη των εμπορικών πολέμων οι αφίξεις έχουν βουτήξει, υπογράμμισε μεταξύ άλλων σε πάνελ της συνόδου ο κεντρικός τραπεζίτης της νησιωτικής χώρας Ασγκεϊρ Τζόνσον.

Ο πόνος της αβεβαιότητας και της οικονομικής επιβράδυνσης δεν είναι όμως ο ίδιος για όλους. Οι ΗΠΑ για παράδειγμα, παρά τα αντίμετρα που υφίστανται από τους εταίρους τους, χάρη στην τεράστια εγχώρια καταναλωτική τους βάση είναι η λιγότερο εκτεθειμένη από τις 20 μεγαλύτερες οικονομίες του κόσμου στην πτώση των εξαγωγών της (βλ. γράφημα).

«Λογοκρισία»

Από την πλευρά της η διευθύνουσα επιτροπή του ΔΝΤ στο τελικό ανακοινωθέν της συνόδου διεμήνυσε, μεταξύ άλλων, ότι οι εμπορικές εντάσεις είναι μεταξύ των βασικών κινδύνων που απειλούν την παγκόσμια οικονομία και έκανε έκκληση για τη μεταρρύθμιση του Παγκόσμιου Οργανισμού Εμπορίου.

Ωστόσο από την τελική μορφή τού εν λόγω ανακοινωθέντος αφαιρέθηκε η αναφορά για «ένα ισχυρό πολυμερές εμπορικό σύστημα», που υπήρχε στο προσχέδιό του. Αντ’ αυτού γράφτηκε ότι «ένα ισχυρό διεθνές εμπορικό σύστημα με καλά εφαρμοζόμενους κανόνες που να αντιμετωπίζουν τις τρέχουσες και μελλοντικές προκλήσεις θα στηρίξει την παγκόσμια ανάπτυξη».

Η αλλαγή οφείλεται σε αμερικανικό δάκτυλο. Την τελευταία τριετία οι ΗΠΑ -που λόγω οικονομικού μεγέθους βάζουν τα περισσότερα λεφτά και έχουν και τα μεγαλύτερα δικαιώματα ψήφου στο ΔΝΤ- έχουν απορρίψει επανειλημμένα αναφορές στον εμπορικό πολυμερισμό στις κοινές ανακοινώσεις του Ταμείου, αφού αυτός δεν συνάδει με τις διμερείς εμπορικές συμφωνίες που προωθεί ο Τραμπ.

Η αμερικανική παρέμβαση μειώνει πάντως την αξιοπιστία ενός οργανισμού που ιδρύθηκε για την ενίσχυση της διεθνούς συνεργασίας. Η αξιοπιστία του Ταμείου δεν χάθηκε τώρα. Χάθηκε αρκετά χρόνια πριν, με τις ακραίες πολιτικές «ελεύθερης αγοράς» που εφάρμοσε διά ροπάλου σε χώρες που αναζήτησαν βοήθεια από αυτό.

Οι πολιτικές της «συναίνεσης» της Ουάσινγκτον ήταν άλλωστε αυτές που έσπρωξαν την παγκόσμια οικονομία και τις διεθνείς εμπορικές σχέσεις στη σημερινή δεινή τους κατάσταση, την οποία για ακόμα μία φορά το ΔΝΤ δεν κατάφερε να προβλέψει.