Προΰμνιο στο διαφαινόμενο τέλος του περιβόητου γερμανικού μοντέλου ανάπτυξης και των «δορυφόρων» της υπερδύναμης στην κεντρική και ανατολική Ευρώπη που το υπηρέτησαν αποτελεί η χθεσινή ομιλία του προέδρου της ΕΚΤ Μάριο Ντράγκι.
Μιλώντας στο 8ο συνέδριο της ΕΚΤ για τις χώρες της κεντρικής, ανατολικής και νοτιοανατολικής Ευρώπης (CESSE) στη Φρανκφούρτη, ο Ιταλός κεντρικός τραπεζίτης επισήμανε μεταξύ άλλων ότι οι οικονομίες της Κεντρικής Ευρώπης (Τσεχία, Σλοβακία, Πολωνία, Ουγγαρία, Εσθονία, Λετονία, Λιθουανία, Σλοβενία, Ρουμανία, Βουλγαρία) είναι πιο τρωτές σε έναν παγκόσμιο εμπορικό πόλεμο λόγω της μεγάλης εξάρτησής τους από το διεθνές εμπόριο αλλά και τη μονομέρειά τους σε μερικούς μόνο τομείς της βιομηχανίας.
Υπογράμμισε χαρακτηριστικά ότι σε κάποιες από αυτές τις χώρες οι εξαγωγές οχημάτων ισοδυναμούν με το 30% των συνολικών βιομηχανικών εξαγωγών τους, γεγονός που τις καθιστά ιδιαίτερα τρωτές απέναντι στον κίνδυνο αύξησης των δασμών στα αυτοκίνητα. «Η επίδραση των δασμών θα μπορούσε να πολλαπλασιαστεί καθώς ένα μεγάλο τμήμα των εμπορευμάτων αυτών των χωρών διασχίζει πολλές φορές τα σύνορα κατά τη διάρκεια της παραγωγικής διαδικασίας», τόνισε.
Προειδοποίησε ακόμη ότι οι χώρες αυτές είναι ιδιαίτερα ευάλωτες σε ενδεχόμενο μιας αλλαγής στο παγκόσμιο χρηματοπιστωτικό σκηνικό και λόγω του υψηλού επιπέδου χρηματοδότησής τους από το εξωτερικό. Υπογράμμισε ότι οι καθαρές υποχρεώσεις τους το 2018 ανέρχονταν στο 70% του συνολικού τους ΑΕΠ, επίπεδο που είναι υψηλότερο από αρκετές άλλες αναδυόμενες οικονομίες.
Οι επισημάνσεις Ντράγκι αποτελούν αναμφίβολα έμμεσο καμπανάκι για το μοντέλο οικονομικής ανάπτυξης στο οποίο εντάχθηκαν αυτές οι χώρες μετά την πτώση του παλιού καθεστώτος. Η Τσεχία, η Πολωνία, η Ουγγαρία, η Σλοβακία και εν συνεχεία και οι υπόλοιπες χώρες της περιοχής αποτέλεσαν μέρος των εμπορικών δικτύων της εξαγωγικής οικονομίας της Γερμανίας.
Αμεσες επενδύσεις
Μετά την πτώση του τείχους του Βερολίνου οι γερμανικές πολυεθνικές έσπευσαν να αγοράσουν κοψοχρονιά ιδιωτικοποιημένες, πρώην κρατικές επιχειρήσεις αυτών των χωρών (π.χ. εξαγορά τσέχικης Skoda από τη Volkswagen) και να μεταφέρουν μέρος της παραγωγικής αλυσίδας τους εκεί.
Στη συνέχεια, και ενώ οι δασμοί μεταξύ των χωρών ελαχιστοποιούνται, οι γερμανικές βιομηχανίες προχωρούν σε άμεσες επενδύσεις εκεί, πληρώνοντας μισθούς υποπολλαπλάσιους των γερμανικών. Ως τις αρχές της δεκαετίας του 2000, η Γερμανία είναι ο μεγαλύτερος εμπορικός εταίρος αυτών των χωρών.
Για τη Γερμανία οι χώρες αυτές αποτελούν την ενδοχώρα της, βάση της βιομηχανικής της παραγωγής. Γι’ αυτό και πιέζει και καταφέρνει να τις εντάξει όλες στην Ε.Ε. Κερδίζει άμεσα αλλά και έμμεσα αφού ένα σημαντικό ποσοστό της ευρωπαϊκής χρηματοδότησης στα νέα κράτη-μέλη καταλήγει προς όφελός της.
Το μοντέλο αυτό αναδεικνύει τη Γερμανία σε βιομηχανική αυτοκρατορία. Πυλώνες της το φθηνό και εξειδικευμένο εργατικό δυναμικό των εν λόγω χωρών, η τεράστια ενιαία αγορά της Ε.Ε. αλλά και το υποτιμημένο ευρώ που της επιτρέπει να αναδειχθεί σε κορυφαία εξαγωγική δύναμη του πλανήτη.
Το μοντέλο όμως αυτό μπάζει πλέον νερά. Δεν είναι μόνο οι δασμοί του Τραμπ που το απειλούν. Οι εξαγωγικές «μονοκαλλιέργειες» της αυτοκινητοβιομηχανίας ή παραγωγής μηχανολογικού εξοπλισμού για την Κίνα δείχνουν να έχουν φτάσει στα όριά τους ενώ την ίδια στιγμή η υστέρηση σε άλλους ανερχόμενους τομείς όπως η υψηλή τεχνολογία αποδεικνύεται καταστροφική.
Η γερμανική οικονομία δεν κατάφερε να αναδείξει ούτε μία επιχείρηση ανάλογη της Apple, της Microsoft, της Facebook ή της Αmazon. Και αυτό θα κοστίσει όχι μόνο στη Γερμανία αλλά και στους δορυφόρους της.
