ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ efsyn.gr , Πάνος Κοσμάς
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Στις 7 Φεβρουαρίου του 2022 συμπληρώνονται 30 χρόνια από την υπογραφή της Συνθήκης του Μάαστριχτ, της συνθήκης που άφησε το βαθύτερο αποτύπωμα στη διαδικασία της «ευρωπαϊκής ενοποίησης». Υπό τη στιβαρή γερμανική ηγεσία, οι «αρχές» του Μάαστριχτ αποτέλεσαν επί τρεις δεκαετίες τον πραγματικό οδηγό των ευρωπαϊκών εξελίξεων.

Ωστόσο, η κρίση του 2008, η νέα κρίση του 2020 και η νέα διεθνής συγκυρία καθιστούν πλέον τον «αυτόματο πιλότο» του Μάαστριχτ τουλάχιστον «δύσχρηστο». Και, όπως το προέβλεψε ο Ζαν Μονέ, «οι άνθρωποι δεν δέχονται την αλλαγή παρά μόνο όταν υπάρχει ανάγκη και δεν βλέπουν την ανάγκη παρά μόνον αν υπάρχει κρίση». Δύο κρίσεις στη διάρκεια μιας δωδεκαετίας (2008-2020) έχουν πλέον εκπληρώσει και τους δύο όρους της προφητείας του Μονέ: και πιεστικές ανάγκες υπάρχουν και κρίση.

Ετσι, το δεύτερο εξάμηνο του 2022 ή το αργότερο στις αρχές του 2023 αναμένεται το νέο μεγάλο ευρωπαϊκό deal: το νέο, αναθεωρημένο Σύμφωνο Σταθερότητας, που -μεταξύ άλλων- θα αναθεωρήσει τουλάχιστον μία από τις βασικές προβλέψεις της Συνθήκης του Μάαστριχτ: αυτή για το όριο χρέους. Το deal είναι αναπόφευκτο. Εξίσου αναπόφευκτο είναι και το μίγμα των γενικών κατευθύνσεων που θα περιέχει. Ωστόσο, οι «ουσιώδεις λεπτομέρειες» θα παίξουν σημαντικό ρόλο, ενώ ο δρόμος μοιάζει με ναρκοπέδιο.

Οι νέες ανάγκες

Οι νέες ανάγκες που κάνουν την αναθεώρηση του Συμφώνου Σταθερότητας επιτακτική είναι βασικά δύο:

Πρώτον, η εκτίναξη του ευρωπαϊκού χρέους στα όρια ή και πάνω από το 100% του ευρωπαϊκού ΑΕΠ, η οποία όμως δεν είναι ομοιόμορφη αλλά οφείλεται εν πολλοίς στην υπερχρέωση του Νότου της ευρωζώνης (Γαλλία, Ιταλία, Ισπανία, Ελλάδα, Πορτογαλία), σε επίπεδα αδιανόητα για τις προβλέψεις του Μάαστριχτ.

Δεύτερον, η «πράσινη» και η «ψηφιακή» μετάβαση, απαραίτητες για να παραμείνει η Ε.Ε. με αξιόπιστο τρόπο στο παιχνίδι του παγκόσμιου ανταγωνισμού, οι οποίες προϋποθέτουν μεγάλο ύψος δημόσιων επενδύσεων.

Καθώς λοιπόν το 60% ως όριο χρέους έχει θρυμματιστεί από τις εξελίξεις και οι μεγάλου ύψους επενδύσεις για την «πράσινη» και την ψηφιακή μετάβαση είναι αδιανόητες με όριο ελλείμματος 3%, τα ερωτήματα του χρέους και του ελλείμματος επανατοποθετούνται σε νέες βάσεις και απαιτούν αναθεώρηση των προβλέψεων του Μάαστριχτ.

Ηδη το 2021, υπό το κράτος των αναγκών που δημιούργησε η πανδημία, πραγματοποιήθηκαν δύο σημαντικές ρήξεις με το πνεύμα του Μάαστριχτ και του Συμφώνου Σταθερότητας: η σύσταση του Ταμείου Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας (με σημαντική ευρωπαϊκή δημόσια δαπάνη για επενδυτικούς σκοπούς) και η χρηματοδότησή του με κοινό, ευρωπαϊκό χρέος. Το μεγάλο ερώτημα όμως είναι αν οι δύο αυτές σημαντικές τομές θα ενσωματωθούν στις προβλέψεις του νέου Συμφώνου Σταθερότητας ή θα μείνουν στην κατηγορία των «κατ’ εξαίρεση».

Οι «ταχύτητες» στο χρέος

Οπως φαίνεται από τους τρεις πίνακες που δημοσιεύουμε για το χρέος, όχι μόνο στην Ε.Ε. των 27 χωρών-μελών, αλλά και στην ευρωζώνη των 19 υπάρχουν τεράστια χάσματα όσον αφορά το χρέος ως ποσοστό του ΑΕΠ, αλλά και υπερχρέωση πάνω ή και πολύ πάνω από οποιοδήποτε αποδεκτό επίπεδο ισχυρών ευρωπαϊκών χωρών:

 Οι χώρες του ευρωπαϊκού Νότου (περιλαμβανομένης της Γαλλίας) είναι υπερχρεωμένες, με επίπεδα χρέους πάνω ή και πολύ πάνω από το 100% του ΑΕΠ.

 Η δεύτερη ισχυρότερη οικονομία της Ε.Ε. και της ευρωζώνης, η γαλλική, βαρύνεται με κρατικό χρέος 117,8% του ΑΕΠ. Η τρίτη, η ιταλική, με χρέος 159,5% του ΑΕΠ και η τέταρτη ισχυρότερη, η ισπανική, με χρέος 122% του ΑΕΠ. Η Ελλάδα είναι μακράν πρώτη με 200,7% και ακολουθούν η Πορτογαλία με 130,3%, το Βέλγιο με 117,8 (η μόνη υπερχρεωμένη ευρωπαϊκή χώρα που δεν ανήκει στην ομάδα του Νότου) και η Κύπρος με 108,2%.

 Το πρόβλημα χρέους του Νότου είναι πλέον και ευρωπαϊκό, καθώς η ευρωζώνη των 19, αλλά και η ευρωζώνη των 12 ή των 15 έχουν ξεπεράσει μεσοσταθμικά το όριο του 100% του ΑΕΠ, ενώ και η Ε.Ε. συνολικά το προσεγγίζει.

Στον αντίποδα, το «μπλοκ του Βορρά» της ευρωζώνης (Γερμανία, Ολλανδία, Αυστρία, Δανία, Φινλανδία, Ιρλανδία, Λουξεμβούργο), η Μάλτα (μόνη χώρα του Νότου με πολύ χαμηλό επίπεδο χρέους, αλλά και ασήμαντης οικονομικής βαρύτητας) και οι χώρες της διεύρυνσης του ευρώ (Σλοβενία, Εσθονία, Λιθουανία, Λετονία) συγκροτούν την πρώτη «ταχύτητα» του χρέους, με επίπεδα χαμηλότερα του 100%.

Τέλος, στην πρώτη «ταχύτητα» του χρέους ανήκουν και οι υπόλοιπες χώρες της Ε.Ε. που δεν έχουν ενταχθεί στην ευρωζώνη: η Σουηδία, η Πολωνία, η Τσεχία, η Κροατία, η Ουγγαρία, η Ρουμανία, η Βουλγαρία και η Σλοβακία.

Η οικονομική διάσταση του προβλήματος μπορεί λοιπόν να συνοψιστεί ως εξής: Με τα δεδομένα του χρέους της δεύτερης «ταχύτητας» η εφαρμογή το ορίου χρέους 60% δεν μπορεί να ισχύσει, διότι θα σήμαινε ότι οι 3 από τις 4 ισχυρότερες οικονομίες της ευρωζώνης (και μερικές ακόμη του Νότου) θα έμπαιναν σε τούνελ σκληρής ή και εφιαλτικής λιτότητας στις κρατικές δαπάνες πέρα από τα όρια των αντοχών τους. Στις συνθήκες που έχουν δημιουργηθεί, το όριο του 60% δεν είναι καν επιθυμητό για την ηγεμονική ευρωπαϊκή δύναμη, τη Γερμανία, όχι μόνο γιατί το έχει ξεπεράσει, αλλά γιατί θα την υποχρέωνε σε πολιτική πλεονασμάτων -έστω μικρών- στον προϋπολογισμό, που πλέον δεν φαίνεται να τα επιθυμεί…

Ομως το πρόβλημα είναι βαθύτερο: Για να παραμείνουν ανταγωνιστικές ή και να αυξήσουν τα επίπεδα ανταγωνιστικότητας σε διεθνές επίπεδο, η Ε.Ε. και η ευρωζώνη πρέπει να πραγματοποιήσουν μεγάλες επενδύσεις στους τομείς της «πράσινης» και ψηφιακής μετάβασης. Αν τρεις από τις τέσσερις ισχυρότερες οικονομίες της ευρωζώνης είναι καθηλωμένες σε σκληρή δημοσιονομική λιτότητα, θα μείνουν πολύ πίσω στην επενδυτική «κούρσα», οπότε η θέση τους θα υποβαθμιστεί ακόμη περισσότερο.

Οι πολιτικές «ταχύτητες»

Αν οι «ταχύτητες» στο χρέος είναι βασικά δύο, οι πολιτικές «ταχύτητες» είναι ακόμη περισσότερες. Αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι στην πολιτική ενσωματώνονται, εκτός από τις οικονομικές ανάγκες, και η εγχώρια πολιτική «άλγεβρα» καθώς και οι γεωπολιτικοί προσανατολισμοί.

Αυτή τη στιγμή κανείς δεν γνωρίζει αν ο Μακρόν θα επανεκλεγεί στις προσεχείς προεδρικές εκλογές της άνοιξης, κανείς δεν μπορεί να σταθμίσει με ασφάλεια τα περιθώρια που έχουν οι εταίροι στη γερμανική κυβέρνηση συνασπισμού να παραβιάσουν τα όρια της κυβερνητικής προγραμματικής συμφωνίας και κανείς δεν γνωρίζει αν ο Μάριο Ντράγκι θα μακροημερεύσει στην πρωθυπουργία ή θα «αποδράσει» στην ιταλική προεδρία – και ποιες συνέπειες θα έχει κάτι τέτοιο.

Σε επίπεδο συμμαχιών, το μπλοκ του Νότου έχει ήδη εμφανιστεί στη σκηνή. Στην εκπνοή του 2021 ο Γάλλος πρωθυπουργός Εμανουέλ Μακρόν και ο Ιταλός ομόλογός του Μάριο Ντράγκι, με κοινό τους άρθρο στους Financial Times, διαμηνύουν ρητά ότι απαιτείται αλλαγή των κανόνων του Συμφώνου, αλλά όχι στην κατεύθυνση επιστροφής στη δημοσιονομική λιτότητα. Ταυτόχρονα, ο επίτροπος Οικονομικών Πάολο Τζεντιλόνι προανήγγειλε ότι θα καταθέσει στα μέσα του 2022 πρόταση για την αναθεώρηση των δημοσιονομικών κανόνων που θα προβλέπει διαφορετικά επίπεδα ορίου χρέους και άρα a la cart διαχείριση της μείωσης του χρέους για κάθε χώρα. Μακρόν, Ντράγκι και Τζεντιλόνι δηλώνουν ενάντιοι στην πρόταση του επικεφαλής του Ευρωπαϊκού Μηχανισμού Σταθερότητας (ESM), Κλάους Ρέγκλινγκ, που προβλέπει «οριζόντια» αύξηση του ορίου χρέους από 60% σε 100%. Ωστόσο, το μπλοκ του Νότου δεν είναι συμπαγές αλλά ευκαιριακού χαρακτήρα. Η Γαλλία δεν θέλει να είναι ηγέτης των υπερχρεωμένων χωρών του Νότου ούτε να κόψει τις γέφυρες του γαλλο-γερμανικού άξονα.

Στον αντίποδα, το μπλοκ του Βορρά, που στα δημοσιονομικά ζητήματα φαίνεται αρραγές, σε ζητήματα γεωπολιτικής ή και άλλα (όπως για παράδειγμα η ανάδειξη από την Κομισιόν των επενδύσεων σε πυρηνικά σε επιχορηγήσιμες δράσεις «πράσινης» μετάβασης, κατά της οποίας η Αυστρία απειλεί με προσφυγή στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο!) δεν είναι καθόλου αρραγές. Ανεξάρτητα από αυτά, στο ζήτημα του νέου Συμφώνου Σταθερότητας η συμμαχία του ευρωπαϊκού Βορρά είναι ευρεία και εκφράζεται από την πρόταση του ESM. Ομως αυτό δεν σημαίνει ότι η Γερμανία έχει εύκολες επιλογές. Οπως και η Γαλλία, η Γερμανία δεν θέλει να είναι ηγέτης του Βορρά ενάντια στη Γαλλία και τον Νότο.

Τα αντιτιθέμενα μπλοκ είναι ευκαιριακοί συσχετισμοί δύναμης για να βρεθεί ένας κατά το δυνατόν αμοιβαία επωφελής συμβιβασμός με λιγότερο λεόντειο χαρακτήρα για τον Νότο απ’ ό,τι… συνήθως. Διότι, όποιος «πάσχει» από υπερβολικό χρέος και αμφισβητεί σε μεγάλη έκταση τα «κεκτημένα» του Μάαστριχτ έχει εξ ορισμού χάντικαπ στη διαπραγμάτευση…

Μια μικρή απόδειξη ήταν τα διαδραματισθέντα στο πρόσφατο Συμβούλιο των υπουργών Ενέργειας της Ε.Ε., όπου τα δύο μπλοκ αντιπαρατέθηκαν, με τη Γερμανία, επικεφαλής του μπλοκ του Βορρά (μαζί με Ολλανδία, Αυστρία, Δανία, Φινλανδία, Λουξεμβούργο, Ιρλανδία και Εσθονία), να θέτει βέτο στις προτάσεις του Νότου για μεταρρύθμιση της χονδρεμπορικής αγοράς ενέργειας με τη ρητή δήλωση: «Δεν μπορούμε να υποστηρίξουμε κανένα μέτρο που θα αποτελούσε απόκλιση από τις ανταγωνιστικές αρχές του σχεδιασμού της αγοράς ηλεκτρικής ενέργειας και του φυσικού αερίου»…