Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Αγρια κριτική στους ηγέτες της Ευρώπης και της Γερμανίας για τους χειρισμούς τους έναντι της Ελλάδας αλλά και τη συνολική τους στάση στη νομισματική και πολιτική ένωση της Ευρώπης ασκεί ο Γιούργκεν Χάμπερμας.

Σε χθεσινό του άρθρο στη Süddeutsche Zeitung, ο μεγαλύτερος εν ζωή Γερμανός φιλόσοφος υποστηρίζει ότι πέραν του προέδρου της ΕΚΤ Μάριο Ντράγκι, «που κολυμπά αντίθετα με το ρεύμα της ακέφαλης (ευρωπαϊκής) πολιτικής», οι υπόλοιποι ηγέτες της Ε.Ε. διαμορφώνουν τη στάση τους με βάση τους εκλογείς-πελάτες τους.

Τονίζει ότι «επειδή για τη γερμανική κυβέρνηση τα συμφέροντα των επενδυτών ήταν ήδη από το 2012 σημαντικότερα από το κούρεμα του χρέους και την οικονομική εξυγίανση της Ελλάδας βρισκόμαστε ξανά σε κρίση». Θεωρεί έτσι ότι «το ελληνικό εκλογικό αποτέλεσμα ήταν ψήφος κατά της ταπεινωτικής δυστυχίας… είναι η ψήφος ενός έθνους που αντιστέκεται με ξεκάθαρη πλειοψηφία εναντίον μιας ταπεινωτικής και καταπιεστικής κοινωνικής εξαθλίωσης που έφερε η επιβληθείσα πολιτική λιτότητας…

Ο λαός απορρίπτει τη συνέχιση αυτής της πολιτικής, την αποτυχία της οποίας έχει ζήσει δραστικά στο πετσί του. Εξοπλισμένη με αυτή τη δημοκρατική νομιμοποίηση η ελληνική κυβέρνηση προσπαθεί να επιφέρει μια αλλαγή πολιτικής στην ευρωζώνη».

Βρίσκεται όμως, όπως παρατηρεί, αντιμέτωπη στις Βρυξέλλες με τους εκπροσώπους των άλλων 18 κυβερνήσεων, οι οποίες -επικαλούμενες τη δική τους δημοκρατική εντολή- επιμένουν ξεροκέφαλα σε μια πολιτική (λιτότητα) η οποία «όχι μόνον επικρίνεται από την επιστημονική κοινότητα, αλλά είχε βάρβαρες συνέπειες στην Ελλάδα και αποδεδειγμένα έχει αποτύχει».

Ο Γερμανός φιλόσοφος υποστηρίζει ακόμη ότι «ο συμβιβασμός δεν αποτυγχάνει λόγω μερικών δισ. ευρώ περισσότερων ή λιγότερων ούτε λόγω του ενός όρου ή του άλλου, αλλά στην ελληνική απαίτηση (οικονομίας και του λαού που εκμεταλλεύτηκαν οι διεφθαρμένες ελίτ) για κούρεμα του χρέους ή κάποια αντίστοιχη ρύθμιση, π.χ. ένα μνημόνιο διαγραφής σε συνδυασμό με ανάπτυξη, ώστε να καταστεί δυνατή μια νέα αρχή.

(…) Αντ’ αυτού όμως οι δανειστές επιμένουν στην αναγνώριση ενός βουνού του χρέους που η ελληνική οικονομία δεν μπορεί να αντέξει. (…) Μέχρι πρότινος επέμεναν, μάλιστα, στην απόλυτη εφαρμογή της εξωπραγματικής απαίτησης πρωτογενούς πλεονάσματος πάνω από 4%. Αυτό μειώθηκε βέβαια, στο επίσης μη ρεαλιστικό 1%, και το μέλλον της Ε.Ε. εξαρτάται έτσι από την απαίτηση των δανειστών να διατηρήσουν μια φαντασίωση».

Οι λόγοι αυτής της εμμονής είναι, κατά τον Χάμπερμας, εκτός από οικονομικοί και πολιτικοί, ο φόβος ενός ντόμινο και η ανασφάλεια της Ανγκελα Μέρκελ έναντι του γερμανικού Κοινοβουλίου.

Ο φιλόσοφος ασκεί κριτική όμως και στην ελληνική κυβέρνηση για τη στρατηγική της η οποία είναι δύσκολα κατανοητή ακόμη και σε όσους τη συμπαθούν. «Θα έπρεπε», τονίζει, «να αποκρούσει με συνέπεια τις νεοφιλελεύθερες θρασύτητες, με έναν κεϊνσιανικό διαχωρισμό του “φαρμάκου” της Μέρκελ, αλλά συγχρόνως να καταστεί αξιόπιστη προχωρώντας σε εκμοντερνισμό του κράτους και της οικονομίας, επιμερισμό των βαρών, καταπολέμηση της διαφθοράς και της φοροδιαφυγής. Αντ’ αυτών στράφηκε σε ηθικολογίες, σε ένα παιχνίδι επικρίσεων».

Αυτό βέβαια, όπως γράφει, δεν αλλάζει το σκάνδαλο οι πολιτικοί των Βρυξελλών και του Βερολίνου να αρνούνται να προσεγγίσουν τους συναδέλφους τους της Αθήνας ως πολιτικούς. «Εμφανίζονται ως πολιτικοί, αλλά μιλάνε μόνο με τον οικονομικό τους ρόλο ως δανειστές. Αυτή η μεταμόρφωσή τους σε ζόμπι στοχεύει στο να δώσουν στην υποκρυπτόμενη χρεοκοπία του ελληνικού κράτους τη μορφή μιας διαδικασίας απολίτικης, σαν να επρόκειτο για διαδικασία ιδιωτικού δικαίου σε αστικά δικαστήρια. Στόχος να κρυφτούν η συνευθύνη τους και η λογοδοσία τους -ως πολιτικών- σε μια αποτυχία η οποία εξαπλώθηκε μαζικά».