ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Χριστίνα Κοψίνη
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Πόσο επηρεάζουν οι ραγδαίες εξελίξεις της ψηφιοποίησης την αγορά εργασίας; Ποιες, πόσες θέσεις εργασίας και ποια επαγγέλματα κινδυνεύουν περισσότερο; Πώς μπορεί να προετοιμαστεί το εργατικό δυναμικό και πού οφείλουν να εστιάσουν οι δημόσιες πολιτικές και τα εκπαιδευτικά προγράμματα για να αποφευχθεί η μαζική ανεργία;

Πρόκειται για ερωτήματα που απασχολούν εδώ και χρόνια τον δημόσιο διάλογο στην Ευρώπη, αλλά μόλις πρόσφατα άρχισαν να δημοσιοποιούνται έρευνες και μελέτες και στην Ελλάδα από συνδικαλιστικούς και εργοδοτικούς φορείς.

Σε αυτό το πλαίσιο το Ινστιτούτο Εργασίας της ΓΣΕΕ παρουσίασε προχθές μελέτη με θέμα τις επιπτώσεις της ψηφιοποίησης στην αγορά εργασίας. Η μελέτη, που φέρει την υπογραφή των Σπ. Λαπατσιώρα, Γιάννη Μηλιού, Παν. Μιχαηλίδη, υλοποιήθηκε στο πλαίσιο της λειτουργίας του Παρατηρητηρίου Οικονομικών και Κοινωνικών Εξελίξεων.

Σύμφωνα με τα συμπεράσματά της -που μάλλον δύσκολα θα κατορθώσουν να τη διαβάσουν τα μέλη των οργανώσεων της ΓΣΕΕ, στα οποία πρωτίστως απευθύνεται το Ινστιτούτο, καθώς είναι άκρως θεωρητική αλλά αρκούντως κατανοητή για πανεπιστημιακό σύγγραμμα-, το ποσοστό επαγγελματικών καθηκόντων που εμφανίζουν υψηλό βαθμό διακινδύνευσης κυμαίνεται από 1,4% έως 14,4%.

Τα υψηλότερα ποσοστά διακινδύνευσης από τη δυνητική εισαγωγή αυτοματοποιημένων συστημάτων εντοπίζονται στις κατηγορίες «χειριστές βιομηχανικών εγκαταστάσεων, μηχανημάτων και εξοπλισμού και συναρμολογητές (μονταδόροι)». Επίσης, στα επαγγέλματα υψηλού κινδύνου είναι «οι ανειδίκευτοι εργάτες, χειρώνακτες και μικροεπαγγελματίες».

Οι επιπρόσθετοι μηχανισμοί ενίσχυσης των εργαζομένων που πλήττονται, όπως δημόσια προγράμματα απασχόλησης και μακροχρόνια προγράμματα επιδομάτων ανεργίας, συγκαταλέγονται στις προτάσεις που αυτονόητα καταθέτει το ΙΝΕ.

Μπορεί ο εκσυγχρονισμός της ελληνικής οικονομίας να είναι εξαιρετικά αργός και η επενδυτική άπνοια να μην προκαλεί ακόμη σημαντικές αλλαγές στον καταμερισμό εργασίας, αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι επιτρέπεται σε Ινστιτούτα συνδικάτων με σημαντική εμπειρία και ιστορική διαδρομή όπως το ΙΝΕ της ΓΣΕΕ να επαναπαύονται σε έναν λόγο τόσο θεωρητικό, μαθηματικό και δυσνόητο που δεν μπορεί να αξιοποιηθεί από τις συνδικαλιστικές οργανώσεις και τους εργαζόμενους-μέλη τους.

Είναι κρίμα για το ΙΝΕ να διακινδυνεύει τη μετεξέλιξή του σε μια ελιτίστικη δεξαμενή σκέψης. Ενδεχομένως, εάν οι αποδέκτες αυτής της μελέτης μπορούσαν να τη διαβάσουν και κυρίως να την κατανοήσουν, κάτι εξαιρετικά δύσκολο για όσους δεν έχουν οικονομικές γνώσεις, δεν θα χρειαζόταν καν να γίνει τέτοια μελέτη, διότι θα σήμαινε ότι το γνωστικό επίπεδο των αναγνωστών-μελών θα ήταν τόσο υψηλό ώστε θα είχαμε περάσει ήδη στη μεταψηφιακή εποχή…