Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Τη δοκιμασμένη συνταγή του καρότου και του μαστιγίου ακολούθησαν σε ένα ακόμη συνέδριο του Εconomist οι δανειστές∙ όπου καρότο είναι τα καλά λόγια για την πρόοδο που σημειώνει το ελληνικό πρόγραμμα και μαστίγιο η νέα ανηφόρα των μεταρρυθμίσεων που έχει μπροστά της η κυβέρνηση.

Το πιο ξεκάθαρο μήνυμα για τα 83 προαπαιτούμενα που δεσμεύουν την ελληνική πλευρά ώς το τέλος του έτους, σε σύνολο 113 μέχρι τη λήξη του τρίτου Μνημονίου, ήρθε από τον εκπρόσωπο του Ευρωπαϊκού Μηχανισμού Σταθερότητας (ESM) και συντονιστή των κλιμακίων των θεσμών στην Αθήνα, Νικόλα Τζιαμαρόλι. Οπως είπε, το «κλειδί» για να φτάσει η Ελλάδα στον πραγματικό στόχο που είναι «ανάπτυξη, ανάπτυξη, ανάπτυξη» είναι «μεταρρυθμίσεις, μεταρρυθμίσεις, μεταρρυθμίσεις»…

Ο ίδιος αποκάλυψε ακόμη ότι «μένουν ακόμη πολλά να γίνουν» και ότι η «Ελλάδα βρίσκεται στα μισά του δρόμου…». Ερωτηθείς αν θα βγούμε από το τρίτο μνημόνιο τον Αύγουστο του 2018 ή θα πάμε σε νέο πρόγραμμα, το στέλεχος του ESM απάντησε ότι «αν η Ελλάδα παραμείνει πιστή στο πρόγραμμα, θα βγει τον Αύγουστο του 2018, όπως συνέβη και με τις άλλες χώρες που ήταν σε προγράμματα».

Το μήνυμα Τζιαμαρόλι -ο οποίος αργότερα μαζί με τον προϊστάμενό του και επικεφαλής του ESM Κλάους Ρέγκλινγκ είχαν συνάντηση με τον υπουργό Οικονομικών Ευκλείδη Τσακαλώτο- δεν διέφερε από αυτό του εκπροσώπου της Ευρωπαϊκής Επιτροπής Ντέκλαν Κοστέλο. Μιλώντας στο ίδιο πάνελ ο κ. Κοστέλο προέταξε τη μοναδική ευκαιρία που έχει παρουσιαστεί αυτή τη στιγμή για τη χώρα.

Ποια είναι αυτή; Η επιστροφή της Ελλάδας στις αγορές.

«Εχουμε ξαναβρεθεί στο ίδιο σημείο το 2014 και είναι πολύ σημαντικό να μη χαθεί πάλι η ευκαιρία. Η μπάλα είναι στο γήπεδο της Ελλάδας» τόνισε ο επικεφαλής της Κομισιόν στο κουαρτέτο για να προσθέσει πως «μένουν λίγα ακόμη να νομοθετηθούν σε επίπεδο μεταρρυθμίσεων και ότι το βασικό που πρέπει να γίνει είναι να εφαρμοστούν τα ψηφισμένα. Δεν πρέπει να μετακινούνται τα γκολπόστ, η νομοθεσία υπάρχει», ανέφερε χαρακτηριστικά.

Η ομιλία Κοστέλο είχε πολλές θετικές αναφορές για την Ελλάδα, μεταξύ των οποίων η υπέρβαση του δημοσιονομικού στόχου για το 2016, η υλοποίηση του «πακέτου» των 140 προαπαιτουμένων της δεύτερης αξιολόγησης κ.ά. «Πιστεύουμε ακράδαντα ότι η Ελλάδα έχει την ευκαιρία να ολοκληρώσει επιτυχώς το πρόγραμμα» είπε ο Ντέκλαν Κοστέλο, ενώ δεν έλειψε και το «καρφί» προς το ΔΝΤ: «Δεν πρέπει να ζητήσουμε επιπλέον πράγματα από την ελληνική κυβέρνηση από αυτά που έχουν ήδη συμφωνηθεί».

Η ΕΚΤ

Στο ίδιο μήκος κύματος κινήθηκε και ο εκπρόσωπος της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας Φραντσέσκο Ντρούντι, ο οποίος ζήτησε υλοποίηση των μεταρρυθμίσεων ώστε να τονωθεί η ρευστότητα του ελληνικού τραπεζικού συστήματος και να επιβεβαιωθεί η ανάκαμψη της ελληνικής οικονομίας. Οπως είπε, μετά από τέσσερα χρόνια υπάρχουν θετικά σημεία, αλλά «χρειάζονται ακόμη περισσότερα».

Επικεντρώθηκε στο θέμα της αναδιάρθρωσης των δανείων, στις ηλεκτρονικές δημοπρασίες και στις νομοθετικές παρεμβάσεις για την πώληση των μη εξυπηρετούμενων δανείων (τις οποίες παρεμβάσεις χαρακτήρισε «πολύ σημαντικό βήμα για το μέλλον»). Ολες αυτές οι κινήσεις θα δώσουν, κατά τον κ. Ντρούντι, την απαραίτητη δύναμη στις τράπεζες για να εξυγιάνουν τους ισολογισμούς τους και να αυξήσουν τις χορηγήσεις δανείων στην αγορά.

Κατέληξε δε, λέγοντας «τι να περιμένουμε για το μέλλον; Υλοποίηση, υλοποίηση, υλοποίηση (σ.σ. των συμφωνηθέντων) και επιτάχυνση κάποιων μεταρρυθμίσεων. Είναι πολύ σημαντικό η κυβέρνηση και οι θεσμοί να υποστηρίξουν το πρόγραμμα».

Η ελληνική πλευρά διά στόματος Γιώργου Χουλιαράκη έδωσε έμφαση στην «ιδιοκτησία» του προγράμματος και στην επιτάχυνση των αποκρατικοποιήσεων – κεντρικού πυλώνα της τρίτης αξιολόγησης. «Χρειάζεται τώρα να διακηρύξουμε την “ιδιοκτησία” του Προγράμματος για να μπορούμε να έχουμε αφήγημα στις αγορές», τόνισε ο αναπληρωτής υπουργός Οικονομικών.

Πρόσθεσε πάντως με νόημα ότι «όλοι ξέραμε ότι τα μέτρα για το χρέος θα διευκρινίζονταν πλήρως και θα δίνονταν προς το τέλος του προγράμματος»…

Διαφωνώντας με τον εκπρόσωπο της ΕΚΤ στα κλιμάκια των θεσμών Φραντσέσκο Ντρούντι, ο αναπληρωτής υπουργός υποστήριξε ότι η απόφαση του Eurogroup δίνει σαφές μήνυμα στις αγορές, η αντίδραση των οποίων είναι θετική. Στο σημείο αυτό ο Γιώργος Χουλιαράκης επισήμανε πως το πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης (QE) είναι επιθυμητό, αλλά όχι απαραίτητο για την έξοδο στις αγορές και ότι η κυβέρνηση θα ήταν ευτυχής εάν υπήρχε μια κοινή ανάλυση βιωσιμότητας χρέους με το ΔΝΤ.

Στη δεκάλεπτη παρέμβασή του ο κ. Χουλιαράκης έθιξε και το θέμα της φορολογίας, λέγοντας ότι η κυβέρνηση θα πρέπει να διαχειριστεί αυτό το ζήτημα ώστε ο προϋπολογισμός να γίνει πιο φιλικός προς την ανάπτυξη.

Ο πρόεδρος της Ν.Δ. Κυρ. Μητσοτάκης από το συνέδριο του Economist απηύθυνε προσκλητήριο για επενδύσεις στην Ελλάδα. «Φέρτε κεφάλαια, δουλειές, τεχνογνωσία στη χώρα μας, και εγώ θα εγγυηθώ ένα πλαίσιο σταθερότητας, χαμηλότερης φορολογίας, ανόθευτου ανταγωνισμού, λιγότερης γραφειοκρατίας», είπε ο κ. Μητσοτάκης. Συνοψίζοντας το σχέδιο έκανε λόγο για πέντε παρεμβάσεις στην οικονομία.

Συγκεκριμένα: αποκατάσταση της εμπιστοσύνης στις αγορές, βελτίωση της ρευστότητας της οικονομίας, εμπροσθοβαρής εφαρμογή των διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων, αλλαγή του μείγματος της δημοσιονομικής πολιτικής και αποσαφήνιση των παρεμβάσεων μείωσης του δημόσιου χρέους.

Ντ. Βελκουλέσκου: επιμένει για χρέος και πλεονάσματα

Η Ελλάδα χρειάζεται σημαντική ελάφρυνση χρέους, τόνισε η εκπρόσωπος του Ταμείου στους θεσμούς Ντ. Βελκουλέσκου, συμμετέχοντας μέσω skype στο συνέδριο του Economist. Οπως είπε, οι συζητήσεις για το θέμα πρέπει να τελειώσουν σύντομα, δεδομένου ότι δεν αρκούν οι μεταρρυθμίσεις για να επιστρέψει η χώρα σε βιώσιμη ανάπτυξη.

Οι υψηλοί στόχοι για τα πρωτογενή πλεονάσματα απλά δεν είναι ρεαλιστικοί, τόνισε και επανέλαβε ότι το ΔΝΤ εξακολουθεί να πιστεύει ότι η Ελλάδα δεν μπορεί να πετύχει πλεονάσματα άνω του 1,5% μακροπρόθεσμα και να καταφέρει ανάπτυξη άνω του 1%.

Εξηγώντας την άποψη του Ταμείου για το θέμα η Ντ. Βελκουλέσκου εκτίμησε ότι έως το 2060 το εργατικό δυναμικό θα έχει μειωθεί κατά 1/3, λόγω της γήρανσης του πληθυσμού, με αποτέλεσμα να μην μπορούν να επιτευχθούν τόσο υψηλά πλεονάσματα.

Ακόμη υποστήριξε ότι όσο επιταχύνονται οι μεταρρυθμίσεις στην αγοράς εργασίας, τόσο πιο γρήγορα δίνεται η δυνατότητα στην Ελλάδα να ανακάμψει, αφήνοντας να φανεί η αντίθεση με την επαναφορά του καθεστώτος των συλλογικών διαπραγματεύσεων μετά την ολοκλήρωση του προγράμματος.