ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ efsyn.gr , Δημήτρης Νανούρης
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΑ ΚΟΡΟΝΟΪΟΥ

Βουητό απροσδόκητο σπάει τη νεκρική μονοτονία της καραντίνας το πρωί της Λαμπρής. Ανασταίνεται, λες, η γειτονιά και κελαρύζει κουβεντολόι και χαιρετούρες εξ αποστάσεως. Σκαλώνει ο αντίλαλος στους λοβούς των αυτιών και ξυπνώ με τη γλυκιά αίσθηση παιδιού που το αποκοιμίζει στο μπαουλοντίβανο η χορταστική φλυαρία των μεγάλων έπειτα απ’ τη γιουβετσάδα της Κυριακής. Διαπεραστική οσμή τρυπά λαίμαργα τα ρουθούνια, καλώντας το αιφνιδιασμένο κορμί σε αλλόκοτο, αυτοσχέδιο πανηγύρι.

Ενόσω ρίχνω νερό στο πρόσωπο, τσίκνα ψητού στο κάρβουνο εισβάλλει από τον φωταγωγό. Ξερογλείφομαι καθώς ετοιμάζω το μερακλίδικο «ναι και όχι». Ανοίγω την μπαλκονόπορτα, προσέχοντας να μην ταράξω το πλούσιο καϊμάκι και να μη σβηστούν οι ευμεγέθεις φουσκάλες που το στεφανώνουν. Αφωνο με αφήνει η εικόνα που αντικρίζω. Πισωγυρίζω κατάπληκτος, τόσο ώστε χύνεται ο καφές. Λεφτά δεν περιμένω να εισπράξω από πουθενά, οπότε μπαλώνω ράθυμα τη ζημιά με τη σφουγγαρίστρα.

Ραβαΐσι κανονικό επικρατεί πέριξ. Με καλοχρονίζουν χασκογελώντας οι περίοικοι. Τους διακρίνω αγουροξυπνημένος με το ζόρι, μέσα από νέφη καπνού που σπάνε μύτες. Στις πέντε από τις οκτώ βεράντες της απέναντι πολυκατοικίας οι ψησταριές δουλεύουν ήδη στο φουλ. Κοψίδια, κοκορέτσια και λουκάνικα ιδρώνουν στη σχάρα αναδίνοντας μεθυστική κνίσα, μπερδεμένη με αρώματα που δραπετεύουν από τις ηλεκτρικές κουζίνες των υπόλοιπων τριών.

Αρνιά στον φούρνο τυλιγμένα σε λαδόκολλα με κληματόβεργες στον πάτο του ταψιού. Πανδαισία. Ακρως ανεπίκαιρη ιδέα αποδεικνύεται το καφεδάκι. Γεμίζω σβέλτα με κρασί το ποτήρι μου και τσουγκρίζω νοερά, ανταλλάσσοντας ευχές με χαροκόπους, με ορισμένους από τους οποίους μιλάμε πρώτη φορά. Επιτέλους Πάσχα. Μπαλκονάτο. Αληθινή γιορτή. Σωστό πατιρντί.

Ντελίριο και στις γύρω οικοδομές. Σε πιλοτές και ταράτσες παραπέρα οβελίες σπαρταράνε στη σούβλα. Παραδίδω στο πυρ τον ασταθή κώνο από προσανάμματα και κάρβουνα που ύψωσα αποβραδίς στο δικό μου μαραφέτι. Μπαίνουμε στο παιχνίδι, έστω και αργά. Μακράν η κορυφαία στιγμή της συνοικίας στα δεκατρία χρόνια που την κατοικώ.

Το τραπέζι γεμίζει στο φτερό. Με την αδελφή και τον ανιψιό μου είμαστε έξι. Στην πραγματικότητα, όμως, γευματίζουμε με ενωμένη ολόκληρη τη γειτονιά. Ορεκτικό, ξαναζεσταμένη χθεσινή μαγειρίτσα. Ονειρο. Πλαισιώνεται από σαλάτες, τυριά, κόκκινα αυγά με λαδόξιδο και αλατοπίπερο, τζατζίκι, πατάτες και λοιπά συμπαρομαρτούντα. Προεόρτια για τα ξεροψημένα παϊδάκια που βγαίνουν λαχταριστά απ’ τη φωτιά. Πρόσχημα το φαΐ για ζεστή ανθρώπινη επαφή, τόσο αναγκαία στους καιρούς του άτιμου κορονοϊού που μας ξυπνά το φιλότιμο.

Αληθώς ανέστη, υπογραμμίζει ο διπλανός της πίσω βεράντας εκτοξεύοντας πικρόχολα σχόλια για την ευωχία της μπροστινής. -«Οι Αλβανοί το γλεντάνε ακάθεκτοι» ξηγιέται με ειρωνεία και δηθενιά. -«Καλά κάνουν» αποκρίνομαι. Αποτελούν το δυναμικότερο στοιχείο της κοινωνίας μας και αποθεώνουν τα έθιμά μας». Δεν τον ικανοποίησε η απάντηση. Μουρτζούφλιασε τη φάτσα και πάει να μπει στο διαμέρισμα. -«Μακάρι να ’μαστε κι εμείς Αλβανοί» τον αποτέλειωσα και γύρισα στο πρωτόφαντο γλεντοκόπι.