Ελένη Γκίκα
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Γράμμα σ’ έναν (λογοτεχνικό) ήρωα

Ανθρωποι της γραφής (ποιητές, πεζογράφοι, κριτικοί, πανεπιστημιακοί) στέλνουν γράμμα στον αγαπημένο λογοτεχνικό τους ήρωα. Σύντομα επιστολικά κείμενα, διακειμενικά παίγνια, μεταιχμιακές αφηγήσεις στην κόψη επινοημένης πραγματικότητας και μυθοπλαστικής οικειότητας. Επιστολογράφος μας η Ελένη Γκίκα

Επιμέλεια: Μισέλ Φάις

≈≈≈≈≈

Σε είδα να γεννιέσαι. Κατευθείαν μεγάλος. Γιατί Γκας; Σε ρώτησα, αφού είχες ένα τόσο όμορφο όνομα πατέρα. Κι εσύ γέλασες με εκείνο το γάργαρο γέλιο με γρέζι. Και γιατί γκάνγκστερ; Αφού δεν υπήρχε στον κόσμο από σένα πιο τρυφερός!

Σε έβλεπα να μεγαλώνεις και να μικραίνεις κάθε μέρα. Και γιατί όλοι περίμεναν ότι θα σκοτώσεις ή ότι θα σε σκοτώσουν; «Ετσι, για το γαμώτο, ξέρω κι εγώ;», μου απαντούσες. Ισως επειδή ήμουνα –ήτανε, αμέσως διόρθωνες- διαφορετικός.

Κάθε μέρα ερχόταν με μέιλ κομμάτι κομμάτι η ζωή σου, το κείμενο. Και κάθε μέρα ρωτούσα το ίδιο: Το έζησες αυτό;

Σε πόνεσα πιτσιρικά στο «Μονοπάτι στη θάλασσα». Σ’ το έστελνα πίσω κλαίγοντας. Δύσκολα χρόνια ε; Και σε πονάνε κι εσένα, λοιπόν, μεταξένια; Σε σχέση με τον δικό σου Γκας, ε ναι, υπήρξα μεταξωτή. Κι, όμως, επέμενες, εμείς οι δυο κάτι έχουμε ίδιο.

Εκείνο το «οι πρώτοι πεθαίνουν τελευταίοι», όποτε σ’ το έλεγα σε καθησύχαζε αυτό. Αλλά πιο πολύ σ’ το έλεγα για να είμαι εγώ η καθησυχασμένη. Ξέρεις, τότε γυρνούσα με ένα κόκαλο μετέωρο στο κεφάλι μου για δυο χρόνια, κάθε στιγμή θα μπορούσε κάπου να προσγειωθεί και να πέσω ξερός! Ελεγες κι έτρεμα.

Με έναν αλλόκοτο τρόπο ήσουν το δικό μου «μπαστούνι». Στα δύσκολα και στα εύκολα αλλά πιο πολύ σ’ εκείνα τα ακατανόητα, τα καθημερινά. Είχες εσύ έναν ολοδικό σου τρόπο να τα φωτίζεις. Οταν κι όταν έφυγε απ’ τη ζωή ο συνονόματός σου μπαμπάς: να μην έρθεις! Σου φώναξα. Ούτε κι αυτός αν τον έπαιρνε δεν θα ερχόταν ακόμα και στη δική του κηδεία.

Ηρθες για να με αποχαιρετήσεις. Κρίση, γενέθλια γη, δεν σε άκουγα. Γκας σε ήξερα, στον Γκας θύμωσα, με εγκατέλειψε επέμενα, δεν είμαι πια η γκέισα, σκεφτόμουν, μεγάλωσα.

Κι ο Γκας μεγάλωσε. Να δούμε πώς θα πεθάνει, μου έλεγες. Τόσο γρήγορα; Ανέβαλα. Ετσι είναι οι Γκας τούτης της γης, πεθαίνουν νέοι. Είχαν περάσει δυόμισι χρόνια, χαιρόμουν για το ότι δεν είχα νέο κανένα. Οσο δεν μου ’γραφες τόσο ήλπιζα ότι ο δικός μου δεν θα πεθάνει ποτέ. Ετσι θα μεγαλώνει, σκεφτόμουν, πάντα Γκας, πάντα γκάνγκστερ, πάντα περιπλανώμενος, πάντα γενναίος.

Είχα πια γίνει «μισόν αιώνα» κι εγώ. Μετρούσαν αλλιώς οι μυθιστορηματικοί ήρωες. Μόνο εκείνοι αταλάντευτοι, οι μόνοι σίγουροι αγαπημένοι, αλλόκοτα αθάνατοι, οι μόνοι που μου απόμειναν -βασανιζόμουν- και θα μου απομείνουν.

Οταν έμαθα ότι μας ξέχασες, έκλαψα. Για την γκέισα που -για κανέναν πια- δεν θα ήμουν. Αλλά πιο πολύ έκλαψα για τον Γκας. Δεν θα είχα νέα του. Παρηγορήθηκα γρήγορα. Μόνη θα γέρναγα. Εσύ, Γκας, θα ήσουν απέθαντος. Πάντα περιπλανώμενος ζόρικος όπως σε γνώρισα.

Πάντα γκάνγκστερ, ό,τι ποτέ δεν έγινα και με μάγευε, ό,τι δεν τόλμησα και με γοήτευε, πάντα πάντοτε νέος. Ξεκίνησα να σου γράφω. Είναι ένας τρόπος για να ξαναγίνομαι γκέισα πού και πού κι εγώ. Τώρα που εσύ ο φίλος μου έγινες πια ο μυθιστορηματικός μου ήρωας και πήγες και κρύφτηκες για πάντα, έτσι μυστηριώδης, μες στη σελίδα.

Αναφέρεται στον «Γκας τον Γκάνγκστερ» (εκδ. Καστανιώτης, 2000) του Αντώνη Σουρούνη.

Τελευταία εκδοτικά ίχνη της Ελένης Γκίκα είναι το παιδικό βιβλίο «Οι μουσικές της Αρασέλης» (2015) και το ποιητικό «Η αρχιτεκτονική της ύπαρξης» ― αμφότερα από τις εκδ. Καλέντης.