Ανθρωποι της γραφής (ποιητές, πεζογράφοι, κριτικοί, πανεπιστημιακοί) στέλνουν γράμμα στον αγαπημένο λογοτεχνικό τους ήρωα.
Σύντομα επιστολικά κείμενα, διακειμενικά παίγνια, μεταιχμιακές αφηγήσεις στην κόψη επινοημένης πραγματικότητας και μυθοπλαστικής οικειότητας.
Επιμέλεια: Μισέλ Φάις
Αγαπητέ μου Αποστόλη*,
Tο έφερε η τύχη κι ο τροχός να πιάσω σπίτι στο λιμάνι, λιμάνι εμπορικό και επιβατικό μαζί, άνθρωποι και φορτία ένα.
Δεν περίμενα βέβαια να σε δω να ξεπροβάλλεις από κάποια γωνιά με τη χαμαλίκα και το κουβαριασμένο σχοινί σου, εσένα τον «χαμάλπασην» τον πρώτο απ΄ όλους τους βαστάζους του λιμανιού, να σκύβεις για να σου φορτώσουν το τσουβάλι. Οχι.
Δεν περίμενα να δω καμήλες πεσμένες στα γόνατα να τις φορτώνουν και μετά να σηκώνονται και να βαδίζουν με τις ώρες μέσα στους δρόμους νηστικές και διψασμένες. Οχι.
Δεν περίμενα να σε δω να πίνεις τη μαστίχα σου στο καφενεδάκι του Αλέξη του Γατζίνου, ούτε να καβγαδίζεις μαζί του. Οχι.
Δεν περίμενα να σε δω έξω από το φούρνο του μπαρμπα-Μάρκου του Βούργαρη στις δώδεκα το μεσημέρι να τρως το γιουβέτσι σου σταυροπόδι πάνω στο «κεπένι» και μετά στην «παγκέτα» της γειτονικής ταβέρνας να ροχαλίζεις γοερά, όχι, ούτε αφού ξυπνούσες και έπινες τον καφέ σου και το τσιγάρο σου, να βγεις στην επάνω ενορία και να διαλαλήσεις ποιος άνοιξε καλό κρασί, ποιος έφερε φασόλια ή κρομμύδια στην αποβάθρα με το καΐκι το «μουσαφίρικο». Οχι.
Δεν θα σου πω για τη χαμαλίκα σου που οι μάγκες της γειτονιάς την έριξαν και την έκαψαν στη μεγάλη φωτιά που άναψαν του Αγίου Ιωάννου του Κλήδονα. Οχι.
Και δεν θα σου πω καθόλου, μα καθόλου, πως φορτώνουν και ξεφορτώνουν τώρα ένα καράβι, με φτυάρια αυτόματα σαν ρουφήχτρες που μπαίνουν μέσα στ’ αμπάρια και φτυαρίζουν το εμπόρευμα προς το σιλό και τις μεγάλες αποθήκες του λιμανιού, γερανοί, γάντζοι, τροχαλίες, ανυψωτικά, δαγκάνες, μαγνήτες και ασανσέρ υδραυλικά, δουλεύουν ακατάπαυστα, ξεφορτώνουν τα κοντέινερ, ένα κιβώτιο κάθε δυο λεπτά, δεν υπάρχουν σχεδόν καθόλου άνθρωποι και βαστάζοι στην αποβάθρα, μόνο κάτι κράνη κίτρινα να πατούν κουμπιά, να καθοδηγούν με φωνές και σφυρίγματα σαν οδηγοί, σαν τροχονόμοι. Οχι, δεν θα σου πω για όλα αυτά τα καινούργια, δεν θα σου κάνω τον σπουδαίο, τον ενημερωμένο. Δεν θα ξόδευα τον χρόνο σου με εξυπνάδες.
Θα σε έπαιρνα αγκαζέ να κατέβουμε μαζί στο λιμάνι να ακούσω την απάντηση από το άγιο στόμα σου.
-Τι τρέχει Αποστόλη; Αποφάσισες να γίνεις χαμάλης;
– Αυτό είναι το πλέον ελεύθερον επάγγελμα, άλλο καλύτερο δεν ηύρα.
Αυτό μονάχα να ακούσω και να σκεφτώ τα λόγια του ανθρώπου που σε πέρασε στο χαρτί και την αθανασία. «Πώς μπορεί να πέσει κανείς, αφού έχει βάλει τον εαυτό του κάτω απ’ όλους;
*Βασισμένο στο διήγημα του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη «Ο Κακόμης» (1903)
Τελευταίο βιβλίο του Θοδωρή Γκόνη είναι «Ο ύπνος της Ανδριανουπόλεως» (Αγρα, 2011).
