Στις 15 Απριλίου του 1843 γεννιέται στη Νέα Υόρκη ένας από τους σημαντικότερους πεζογράφους της αμερικανικής λογοτεχνίας, ο Henry James. Γόνος περίπυστης αστικής οικογένειας διανοουμένων, ο James θα περάσει τα εφηβικά του χρόνια στην αντίπερα όχθη του Ατλαντικού, ανάμεσα σε Ευρωπαίους δασκάλους και παιδαγωγούς.
Θα επιστρέψει στην Αμερική μαζί με την οικογένειά του κατά τις παραμονές του Εμφυλίου και στα 1865 θα δημοσιεύσει το πρώτο ενυπόγραφο διήγημά του στο Atlantic Monthly, για να αναγνωριστεί από την εφημερίδα Nation, μόλις τρία χρόνια μετά, με το επίσημο συγγραφικό ντεμπούτο του και σε ηλικία μόλις 25 ετών, ως «ο καλύτερος διηγηματογράφος στην Αμερική».
Στις συχνές επισκέψεις του στη Γηραιά Hπειρο, ο James θα έρθει σε εγγύτερη επαφή με την ευρωπαϊκή λογοτεχνική παράδοση και θα γίνει ένας από τους κυριότερους εισηγητές του ρεαλισμού στην αμερικανική λογοτεχνία. Oταν στο τέλος του 1875 εγκαθίσταται στο Παρίσι, θα έλθει σε προσωπική επαφή τόσο με τον Ivan Turgenev όσο και με τον κύκλο των Γάλλων ρεαλιστών: Gustave Flaubert, Emile Zola, Alfonse Daudet και Guy de Maupassant.
Ο James κατάφερε να διακριθεί σε ποικίλα είδη λόγου, πέρα από την κατεξοχήν ενασχόλησή του με την πεζογραφία, όπως με τις βιβλιοκρισίες, τις ταξιδιωτικές ανταποκρίσεις, τις τεχνοκριτικές αλλά και τη δοκιμιογραφία περί λογοτεχνίας.
Ο Henry James είναι ιδιαίτερα γνωστός στη χώρα μας για το μυθιστόρημά του Το πορτρέτο μιας κυρίας και για τις νουβέλες του, Το στρίψιμο της βίδας και Η εικόνα στο χαλί. Οι Βοστονέζες μεταφράζονται και εκδίδονται πρώτη φορά στα ελληνικά από τη σειρά «Orbis Literae» των εκδόσεων Gutenberg, σε εξαίρετη απόδοση του μεταφραστή και συγγραφέα Μιχάλη Μακρόπουλου.
Οι Βοστονέζες, ένα από τα κορυφαία έργα της ώριμης περιόδου του Henry James, αποτελεί ένα εκτενές κοινωνικό μυθιστόρημα χαρακτήρων με στοιχεία roman à clef, καθώς αρκετοί από τους πρωταγωνιστές του μυθιστορήματος ανταποκρίνονται σε πραγματικά πρόσωπα, σύγχρονα της εποχής του συγγραφέα.
Με φόντο τη Βοστόνη, τη Νέα Υόρκη αλλά και θέρετρα της αμερικανικής υπαίθρου, παρακολουθούμε την αδρομερή σκιαγράφηση των πρωταγωνιστών, οι οποίοι διαπλέκονται μεταξύ τους, σχηματίζοντας άλλοτε επικαλυπτόμενα ερωτικά τρίγωνα και άλλοτε ακραία δίπολα με διακύβευμα τον αγώνα για τη γυναικεία χειραφέτηση.
Την κεντρική τριάδα των ηρώων αποτελούν η Ολιβ Τσάνσελορ, μια αστή φεμινίστρια, άγαμη από επιλογή, μια εξέχουσα γεροντοκόρη, όπως χαρακτηριστικά την περιγράφει ο James. Η Ολιβ ανήκει στην προνομιούχα τάξη της Βοστόνης, όραμά της, ωστόσο, είναι να αφοσιωθεί σε έναν ανώτερο σκοπό, η πιο μύχια ελπίδα που έτρεφε ήταν πως θα της δινόταν τούτη η ευκαιρία, πως θα γινόταν μάρτυρας και θα πέθαινε για κάτι.
Το αντίπαλον δέος της Ολιβ θα ενσαρκώσει ο συντηρητικός Νότιος Μπέιζιλ Ράνσομ, ένας ευγενής δικηγόρος, χαμηλού οικονομικού γοήτρου, που εισβάλλει στην ιστορία ως μακρινός της εξάδελφος.
Οι δυο τους θα διεκδικήσουν με ανυπέρβλητο ζήλο, σχεδόν λυσσαλέα, την έτερη κεντρική ηρωίδα, τη νεαρή Βερίνα Τάραντ, μια εκπάγλου καλλονής νεαρή γυναίκα, μια αέρινη παρουσία και ιδιαιτέρως χαρισματική ομιλήτρια, λαϊκής, όμως, καταγωγής, που θα γοητεύσει τα αστικά σαλόνια και θα αποτελέσει το μήλον της Εριδος για την Ολιβ και τον Μπέιζιλ, εγκαινιάζοντας έναν ανομολόγητο, αρχικά, δριμύ στη συνέχεια, αγώνα για τον προσεταιρισμό και την κατάκτησή της.
Ο Μπέιζιλ Ράνσομ παρουσιάζεται από τον συγγραφέα εξιδανικευμένα ως ένας εξευγενισμένος κύριος του Νότου που παλεύει με τίμια μέσα για την κοινωνική του ανέλιξη και διεκδικεί το αντικείμενο του πόθου του με όλη τη δόξα της ανδρικής του τιμής.
Πράγματι, ο Μπέιζιλ Ράνσομ συνιστά τον ιδεότυπο του ευγενούς εραστή –με ανεπαίσθητα τα σκοτεινά και αμφιλεγόμενα στοιχεία στον χαρακτήρα του– ο οποίος θα αγωνιστεί υπομονετικά και μεθοδικά για την καρδιά της Βερίνα, παρά τις εκ διαμέτρου αντίθετες από εκείνην απόψεις του για τα δικαιώματα και τον ρόλο των γυναικών.
Στον αντίποδα του δεσπόζοντος αρσενικού χαρακτήρα τίθεται η προσωπικότητα της Ολιβ. Η Ολιβ Τσάνσελορ είναι η ηρωίδα του βιβλίου που θα τύχει της περισσότερο ενδελεχούς και διεισδυτικής σκιαγράφησης και αποτελεί, αναμφίβολα, τον πιο ολοκληρωμένο χαρακτήρα του έργου. Ο James θα ξεναγήσει τον αναγνώστη στα μύχια του ψυχισμού της, στις δαιδαλώδεις ψυχικές διεργασίες της, σε όλο το φάσμα των μεταπτώσεων, των ματαιώσεων και των νευρώσεων που τις συνοδεύουν, μέχρι το κλείσιμο της αυλαίας που θα την αναδείξει σε πρωταγωνιστική φιγούρα του δράματος.
Καταλυτική στη διαπάλη ανάμεσα στην Ολιβ και στον Ράνσομ είναι η πολύφερνη Βερίνα Τάραντ, η γοητευτική και χαρισματική κοπέλα, για χάρη της οποίας η κλιμάκωση στις σχέσεις των δύο εξαδέλφων γίνεται ολοένα και εντονότερη. Ευάλωτη, αγνή, φιλότιμη, ευεπίφορη στα θέλγητρα που της προσφέρουν και οι δύο άκρες του νήματος, η Βερίνα είναι άλλη μία τραγική ιδεαλίστρια που θα πέσει θύμα των περιστάσεων. Ταγμένη στον κοινό αγώνα για τη γυναικεία χειραφέτηση, θα γίνει προστατευόμενη της Ολιβ, η οποία εκστασιάζεται μπροστά στις ρητορικές ικανότητες της αιθέριας Βερίνα.
Η τάση της εποχής που θέλει αρκετές γυναίκες της Βοστόνης να συμβιώνουν σε μια κοινωνική σύμβαση που επικράτησε με τον όρο «βοστονέζικος γάμος» δεν αργεί να στεγάσει την ιδιότυπη σχέση των δύο γυναικών, η οποία είναι διαποτισμένη από έναν υφέρποντα ερωτισμό, χωρίς ποτέ να διασαφηνίζεται το είδος της μεταξύ τους σχέσης – που ίσως να μην έχει και ιδιαίτερη σημασία.
Η Ολιβ θα γίνει τόσο προστατευτική και χειριστική απέναντι στη Βερίνα που, με σύγχρονους όρους, θα λέγαμε πως η νεαρή υποφέρει από το λεγόμενο «Σύνδρομο της Στοκχόλμης», αγαπάει και εμπιστεύεται την απαγωγέα της. Στην ιδιόρρυθμη αυτή σχέση θα επέμβει ο Μπέιζιλ Ράνσομ, φορώντας τον μανδύα του σωτήρα, μόνο για να περάσει, τελικά, η Βερίνα σε μιαν άλλου είδους ομηρία, οικειότερη προς τη νόρμα της εποχής.
Την κεντρική τριάδα πλαισιώνουν μια σειρά από εξέχοντες δευτεραγωνιστές, ο απατεωνίσκος Σίλας Τάραντ, πατέρας της Βερίνα και θιασώτης του μεσμερισμού, η σύζυγός του, η δρ Πρανς, η κυρία Μπέρντσαϊ, μνημειώδης αγωνιστική φιγούρα της Νέας Αγγλίας για τα δικαιώματα των ευπαθών πληθυσμών, η αδερφή της Ολιβ, κυρία Αντελάιν Λούνα, η οποία θα αποτελέσει την κορυφή ενός δευτερεύοντος ερωτικού τριγώνου, διεκδικώντας ερωτικά τον Μπέιζιλ Ράνσομ, καθώς και η κ. Μπέριτζ μετά του υιού της, Χένρι, που είναι πρόδηλα ερωτευμένος με τη Βερίνα.
Αξιοσημείωτο στο μυθιστόρημα είναι το ζήτημα της οπτικής γωνίας. Ο παντογνώστης διεισδυτικός αφηγητής του James στις Βοστονέζες, με τις συχνές αποστροφές του προς τον αναγνώστη, κλείνει το μάτι σε έναν λανθάνοντα ακροατή, κάνοντάς τον συνένοχο στις απόψεις του και στις ερμηνείες των χαρακτήρων.
Η Fetterley (1978) καλεί τον σύγχρονο αναγνώστη να αντισταθεί στις προθέσεις και στις μεθοδεύσεις του συγγραφέα και, μέσα από ένα «αναθεωρητικό ξαναδιάβασμα», να ανασύρει και να αντικρούσει τις συγκαλυμμένες έμφυλες προκαταλήψεις που εγγράφονται σε ένα λογοτεχνικό έργο, ώστε να παταχθεί ο φαλλογοκεντρισμός του δυτικού λόγου ως πηγή ισχύος.
