Ο Πέτερ Χάντκε (Αυστρία, 1942), ίσως ο πολυγραφότερος μιας γενιάς μεγάλων γερμανόφωνων συγγραφέων, τιμήθηκε το 2019 με το Βραβείο Νόμπελ και έκτοτε, μέχρι το 2025, συνέγραψε ακόμα επτά έργα. Η Μπαλάντα του τελευταίου θαμώνα δημοσιεύτηκε το 2023 και είναι το προτελευταίο, μέχρι στιγμής, έργο του.
Στην ομιλία του προς την Ακαδημία της Στοκχόλμης αναφέρθηκε σε δύο ιστορίες που άκουγε από τη μητέρα του και «στοίχειωσαν» τα έργα του, δύο περιστατικά που αφορούσαν τους δύο αδελφούς της. Στην πρώτη από αυτές ο Χανς, ο μικρότερος από τους δύο, δραπετεύει από το κολέγιο Marianum, ένα οικοτροφείο εκπαίδευσης μελλοντικών ιερέων, πεζοπορεί σαράντα χιλιόμετρα, φτάνει νύχτα στο πατρικό του, όπου, αντί να μπει μέσα, πιάνει τη σκούπα και αρχίζει να σκουπίζει την αυλή μέχρι τα χαράματα. Δεν επέστρεψε ποτέ στο οικοτροφείο, αργότερα έγινε ξυλουργός. Το 1943, ο «μονόφθαλμος» Γκέοργκ, ο μεγαλύτερος αδελφός, επιστρέφει από το ρωσικό μέτωπο με ολιγοήμερη άδεια και μόλις πατάει το πόδι του στο χωριό, πληροφορείται ότι ο Χανς σκοτώθηκε.
Απέκρυψε αυτήν τη θλιβερή είδηση από την οικογένεια και καθ’ όλη τη διάρκεια της άδειάς του περιπλανιόταν στα γύρω χωριά ξεσπώντας σε κλάματα. Την τελευταία ημέρα εκμυστηρεύτηκε την είδηση στην αδελφή του και λίγες εβδομάδες αργότερα σκοτώθηκε και ο ίδιος. Η πρώτη από τις δύο ιστορίες έχει περάσει στο έργο του Χάντκε ποικιλοτρόπως, εκείνο που εκκρεμούσε ακόμη ήταν η «μετάπλαση» της θλιβερά διακριτικής σιωπής του Γκέοργκ.
Το κείμενο προσδιορίζεται ως «μπαλάντα», δηλαδή, ένα δραματικό ποίημα με άφθονα λυρικά στοιχεία. Χωρίζεται ευκρινώς σε τρία κεφάλαια. Στο πρώτο περιγράφεται ο νόστος του Γκρέγκορ, του κεντρικού χαρακτήρα, που εργάζεται σε μιαν άλλη ήπειρο και επισκέπτεται την οικογένειά του μια φορά τον χρόνο. Καθ’ οδόν προς το πατρικό του λαμβάνει με sms την είδηση ότι ο νεότερος αδελφός του, που υπηρετούσε στη Λεγεώνα των Ξένων, σκοτώθηκε. Αποφασίζει να αποκρύψει την είδηση επωφελούμενος και από την οικογενειακή παράδοση: «Καμιά ερώτηση στο σπιτικό μας!».
Στο δεύτερο κεφάλαιο ο Γκρέγκορ εγκαταλείπει το πατρικό αγρόκτημα και περιπλανιέται σε έναν μεταλλαγμένο γενέθλιο τόπο, έναν τόπο ανοίκειο, όπου σχεδόν κανείς δεν τον αναγνωρίζει, αποφασισμένος να περάσει τις υπόλοιπες ημέρες της άδειάς του μακριά από κάθε «ιδιωτικό» χώρο και τα βράδια του ως τελευταίος θαμώνας/προφήτης στις ταβέρνες της περιοχής.
Η αφήγηση ελίσσεται, ξεστρατίζει, διογκώνεται και διακόπτεται μόνο περιοδικά από τον αυτοαναφορικό λόγο ενός ανώνυμου αφηγητή, που νοιάζεται για τον σωστό ρυθμό και την επιλογή της κατάλληλης λέξης: «Βρισκόταν κιόλας στις προετοιμασίες… “Προετοιμασίες;’’, “Προπαρασκευές’’», ή πάλι, επισημαίνει με την ένδειξη «(Sic!)» τις λέξεις που θεωρεί άστοχες ή αμφιλεγόμενες.
Στο τρίτο κεφάλαιο, ένα ολιγοσέλιδο κείμενο καθαρής ποιητικής ομορφιάς, ο Γκρέγκορ έχει επιστρέψει στην «ήπειρο», όπου ζει και εργάζεται, και συγχρόνως επανακάμπτει σε μια ποιητική, που συντάσσει τις λέξεις ως ρυθμική παράταξη εικόνων. Μια αφήγηση στη δική του γλώσσα, με θρησκευτική μουσικότητα, απαλλαγμένη από ψευδοευλαβείς επιτηδεύσεις.
Η μπαλάντα του τελευταίου θαμώνα, η οποία βρίθει ρητών και έμμεσων αναφορών στην ομηρική Οδύσσεια, είναι μια ιστορία για τον νόστο και την απόκρυψη. Η πρόζα του Χάντκε είναι δύστροπη, ενίοτε κρυπτική, απαιτεί την προσήλωση του αναγνώστη. Είναι ένας ρυθμικός υπαινιγμός πέραν του κόσμου της συμβατικής αφήγησης.
Γνωρίζουμε πλέον πολλά για έργα και δημιουργούς από διαφορετικά πεδία της τέχνης, που έδωσαν ώθηση στη γραφή του Χάντκε, ωστόσο, όπως λέει ο ίδιος: «Οι πρώτες δονήσεις προήλθαν… μέσα από τις σλοβενικές-σλαβικές θρησκευτικές λιτανείες… αυτές οι μονότονες και ταυτόχρονα τόσο μελωδικές επικλήσεις προς τον ουρανό συνεχίζουν να με διαπερνούν και να με εμψυχώνουν».
Ενα κείμενο για τη βραδύτητα και την επιβράδυνση σε μια εποχή ξέφρενης ταχύτητας, μια αφήγηση ως αναστολή της τελεσίδικης μοίρας ή άλλως: «η διήγηση σαν η ΑΛΛΗ ΣΕΧΡΑΖΑΤ».
