ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Δέσποινα Παπαστάθη
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

«Χθες ήτο μια ημέρα ντροπής για όλους τους Ελληνες. […] Γιατί χθες με τη δίκη που άρχισε άνοιξε μια υπόνομος από τις πιο βρωμερές που έχουν αφήσει ποτέ την ηθική δυσοσμία τους μέσα στην ατμόσφαιρα της Αθήνας. Ξαναζήσαμε τις χειρότερες ώρες της κατοχής. Οχι της γερμανικής […] Μιλάμε για την ελληνική κατοχή. […] Μιλάμε για την Ασφάλεια».

Η δίκη στην οποία αναφέρεται ο συντάκτης της εφημερίδας Ελευθερία (20/10/1945), η οποία αποκάλυψε την ηθική δυσοσμία της ελληνικής κοινωνίας, είναι αυτή των Δωσίλογων στο Ειδικό Δικαστήριο Αθηνών, τον Οκτώβριο του 1945. Πρόκειται για τη δίκη των Ελλήνων συνεργατών των γερμανικών δυνάμεων κατοχής. Εκείνων που, με το πρόσχημα και το ευφυολόγημα του αντικομμουνιστικού αγώνα, κατέλαβαν καίριες θέσεις στον δημόσιο και τον ιδιωτικό τομέα. Με την ενεργή συμμετοχή μεγάλου τμήματος του κρατικού μηχανισμού, συγκροτήθηκε ένα εκτεταμένο δίκτυο συλλογής πληροφοριών για τη δράση των αντιστασιακών. Οι πληροφορίες αυτές παραδίδονταν στους Γερμανούς κατακτητές. Πολλοί από τους συλληφθέντες κατέληγαν «στα εφιαλτικά κρατητήρια της οδού Ελπίδος στην πλατεία Κυριακού (σημερινή Βικτωρίας)», όπου –όπως γράφει ο Μενέλαος Χαραλαμπίδης στο Επίμετρο που συνοδεύει το πρόσφατο βιβλίο της Ελισάβετ Χρονοπούλου, επί σκοπώ πλουτισμού (Πόλις, 2026)– «υπέφεραν απίστευτα βασανιστήρια που γρήγορα έλαβαν τη μορφή ενός σαδιστικού τελετουργικού θανάτου».

Επί σκοπώ πλουτισμού η 17χρονη Αμαλία Σαρίκα, η «σκιά» που πρωταγωνιστεί στο βιβλίο της Χρονοπούλου, θα βρει φρικτό θάνατο ύστερα από απάνθρωπα βασανιστήρια στο κολαστήριο των Δωσίλογων, το ξενοδοχείο «Κρυστάλ». Αλλά ας πάρουμε τα πράγματα από την αρχή… Η ιστορία ξεκινά με ένα τηλεφώνημα στον αφηγητή και ήρωα Γεώργιο Ασλανίδη. Μια άγνωστη γυναικεία φωνή τον ενημερώνει ότι ο ηλικιωμένος Δημοσθένης Σαρίκας νοσηλεύεται σε κρίσιμη κατάσταση στο Χ δημόσιο νοσοκομείο. Ο Σαρίκας έχει αφήσει ένα ιδιόχειρο σημείωμα στο οποίο ορίζει τον Ασλανίδη ως μοναδικό κληρονόμο του. Η απροσδόκητη κληρονομιά, ένα σπίτι γεμάτο μνήμες μιας θολής και ταραγμένης εποχής, θα φέρει στην επιφάνεια ένα ειδεχθές έγκλημα που έμεινε ατιμώρητο, αναδεικνύοντας ένα ανεπούλωτο ατομικό και συλλογικό τραύμα. Οι ήρωες της ιστορίας θα μπλεχτούν στα γρανάζια της τυφλής βίας, που τροφοδοτείται από το ατομικό κέρδος, βυθίζοντάς τους σε έναν κόσμο όπου η ενοχή κυριαρχεί και το κράτος δικαίου αδυνατεί να επιβληθεί.

Η αφήγηση ξεδιπλώνεται σε δύο χρονικά επίπεδα: στο παρόν με αφηγητή τον Ασλανίδη και στο παρελθόν με αφηγητή τον Σαρίκα. Η Χρονοπούλου –καταξιωμένη σκηνοθέτρια, σεναριογράφος και μοντέζ στον κινηματογράφο και στην τηλεόραση– συνθέτει ένα πολυφωνικό υβριδικό αφήγημα. Στο βιβλίο η ημερολογιακή γραφή συνυφαίνεται με την ποίηση, το λεκτικό και το ύφος μιας πολιτικής προκήρυξης, και τον δικανικό λόγο των πρακτικών της δίκης του δωσίλογου παππού Ασλανίδη. Το αφήγημα εμπλουτίζεται οπτικά από σκίτσα και γιρλάντες.

Ιστορική πραγματικότητα και μυθοπλασία βρίσκονται σε θαυμαστή αρμονία, δημιουργώντας ένα έργο όπου η αφήγηση και η τεκμηρίωση αλληλοτροφοδοτούνται. Η τρομοκρατία της πείνας, η διάλυση του κρατικού μηχανισμού, η κατάρρευση της οικονομίας, η βία των Γερμανών κατακτητών και η συνεργασία των Ελλήνων μαζί τους, η Αντίσταση αλλά και η αδράνεια συνιστούν το ιστορικό υπόβαθρο του βιβλίου. Ωστόσο, το επί σκοπώ πλουτισμού δεν είναι ιστορικό εγχειρίδιο. Η έρευνα της Χρονοπούλου στα αρχεία του Ειδικού Δικαστηρίου Δωσιλόγων Αθηνών (1945-1949), μεταστοιχειώνεται σε λογοτεχνία, όπου τα πιο αληθινά ιστορικά στοιχεία είναι οι λεπτομέρειες της καθημερινής ζωής των ηρώων της, όλα εκείνα που είναι αναγκαία για να ξαναζωντανέψουν, ογδόντα τρία χρόνια μετά, η ατμόσφαιρα και τα συναισθήματα μιας εφιαλτικής, γεμάτης τρόμου εποχής. Οι ήρωες του βιβλίου δεν είναι παρά

«Κλωστούλες στο νήμα του χρόνου
Ρωγμούλες στο βράχο του πόνου
Πρόσκαιρες λάμψεις
Θαμπές σκιές
Σταγόνες στο κύμα του χρόνου
Ουλές στο δέρμα του πόνου
Κόκκοι της στάχτης
Σκόνης μορφές»
(σ. 173)

Η κληρονομιά που αφήνουν στον σημερινό αναγνώστη είναι ο πόνος ενός εγκλήματος, του οποίου η τιμωρία ήταν δυσανάλογα μικρή σε σχέση με την ένταση και έκταση του κακού. Οι ποικίλες μνημονικές κοινότητες που σχηματίστηκαν στη μεταπολεμική Ελλάδα, ανάλογα με τις πολιτικές επιλογές, είτε αποσιώπησαν έντεχνα είτε ανέδειξαν τη ζοφερή δράση των δωσίλογων. Το επί σκοπώ πλουτισμού σπάει τη σιωπή και στέκεται κριτικά απέναντι στη θεσμική μνήμη, αφηγούμενο ένα από τα πιο τραυματικά γεγονότα της νεότερης ελληνικής ιστορίας.