ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ efsyn.gr
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Το πασχαλινό αίσθημα, πένθιμο ή αναστάσιμο, ανθρωποκεντρικό ή υπερβατικό, ήταν απλώς ο σπινθήρας, το φόντο των τεσσάρων ιστοριών που έγραψαν, ειδικά για τους αναγνώστες του «Ανοιχτού Βιβλίου», τέσσερις βραβευμένοι και μεταφρασμένοι λογοτέχνες: ένα ποιητής και δοκιμιογράφος (Δημήτρης Αγγελής), δύο πεζογράφοι (Ακης Παπαντώνης και Κωνσταντία Σωτηρίου) και μία συγγραφέας παιδικής λογοτεχνίας (Αργυρώ Πιπίνη).

Τέσσερα ερεθιστικά διηγήματα μεταμόρφωσαν, μετωπικά ή πλάγια, κεντρομόλα ή φυγόκεντρα, το άρωμα των ημερών σε αφήγηση νοσταλγικής, αποξενωμένης, στοχαστικής ή σαρκαστικής πνοής. Τέσσερις τρόποι, ενδεχομένως, να ψηλαφήσουμε το νόημα της Μεγάλης Εβδομάδας σε καιρούς περίπλοκους, σκοτεινούς, ανέστιους και απομαγευμένους.

Το «Ανοιχτό Βιβλίο», συνεχίζοντας τη διηγηματογραφική παράδοση στις σελίδες του, εκ μέρους όλων των συνεργατών του σας εύχεται Χρόνια Πολλά και Καλό Πάσχα.

Syringa vulgaris
Του Δημήτρη Αγγελή*

Δημήτρης Αγγελής
Δημήτρης Αγγελής

Είναι όλα εδώ: το απογευματινό φως στον νεροχύτη που σημαίνει ελπίδα, τα καταβροχθισμένα χρώματα του τοίχου που δηλώνουν ανήκεστη φθορά, ο πυρακτωμένος λαμπτήρας στο ταβάνι την ώρα που διαβάζω. Το ρολόι στον τοίχο, τα ρούχα στον καλόγερο που κρύβουν έναν σωσία μου, πιθανόν πιο ασκητικό κι ευγενικό από εμένα, τα βρόμικα φλιτζάνια ακροβολισμένα στο τραπέζι, μ’ ένα κατακάθι αιωνιότητας να υπαγορεύει στη ματαιοδοξία να γράψει. Είναι όλα εδώ, μας μιλάνε ήσυχα, φωνές ενός αργόσυρτου χρόνου, αλλά δεν τις ακούμε.

Εξω παίζουμε τους ενήλικες. Παριστάνουμε τους ατσαλάκωτους. Απέναντι ανθίζει μία Syringa vulgaris. Κανείς δεν ξέρει ότι η βοτανική ονομασία αναφέρεται σε μια ανθισμένη πασχαλιά στη γειτονιά μου, που τη γυροφέρνουν βουίζοντας χιλιάδες μέλισσες, σφήκες, βομβίνια και μπούμπουρες. Ωρα 18.20, Μ. Παρασκευή 2026 και το άρωμά της έξαφνα μου θυμίζει: το φανάρι που μου φόρτωσαν λόγω ύψους τέτοια μέρα πριν από χρόνια, όταν ντύθηκα παπαδάκι στο ιερό, και μου ’πεσε απ’ τα χέρια χτυπώντας το κεφάλι του μπροστινού μου που είχε προλάβει εξαπτέρυγο. Το πέρασμα απ’ όλους τους επιταφίους για να καταλήξουμε στον πιο ωραία στολισμένο. Τα παιδιά που περνούσαν όλη τη μέρα στο περίβλεπτο κωδωνοστάσιο του Αϊ-Γιώργη για τις μονότονα θλιμμένες καμπάνες – εγώ τα ζήλευα. Τον χαζό-Γιαννο, τον νεωκόρο μας, που γκρεμίστηκα μια φορά πάνω του με το ποδήλατο και του ’ριξα κάτω τα ψώνια, περίμενα να θυμώσει αλλά έτρεξε ανήσυχος να με σηκώσει. Ηταν ο ξένος που ερχόταν το Μ. Σάββατο μετά τη λειτουργία στο οικογενειακό τραπέζι για τη μαγειρίτσα.

Θυμήθηκα επίσης: τις ατελείωτες ουρές στο Ρίο-Αντίρριο για το φέριμποτ – αν ταξιδεύαμε Μ. Παρασκευή στο κασετόφωνο του Οπελ Καντέτ δεν έπαιζε μουσική, τηρούσαμε πένθος. Τον παράξενο εκείνο τύπο με το μουστάκι, που ερχόταν υποβαστάζοντας τη μητέρα του στην εκκλησία, αξύριστος και με μαύρο περιβραχιόνιο πάνω απ’ το σακάκι για την περίσταση, που τον έβαζαν να πει το «Πάτερ Ημών». Τον γδούπο που ακουγόταν μεταμεσονύκτια στον ναό και ξέραμε πως σχεδόν πάντοτε ήταν η αδελφή μου που λιποθυμούσε απ’ τις αναθυμιάσεις των κεριών. Τα κάρβουνα της Κυριακής, τους καπνούς της θυσιαστικής τσίκνας που αναδύονταν στον κάμπο, τους πλανόδιους γύφτους με τα κλαρίνα, τις εορταστικές μπαλοθιές. Το κουνάβι που πιάστηκε στο δόκανο αφού είχε γιορτάσει το δικό του αιματηρό Πάσχα μακελεύοντας ολόκληρο το κοτέτσι και το σκότωσε ο παππούς μου ακαριαία, χτυπώντας το στο κεφάλι μ’ ένα ρόπαλο. Τα κουλούρια, τα κόκκινα αυγά, μ’ εκείνο το καλό που είχα πετύχει και το ’κρυβα επιμελώς κάτω απ’ το μαξιλάρι αφού είχε ήδη συντρίψει στο τσούγκρισμα άλλα δέκα και παρέμενε παραδόξως αράγιστο. Το πρώτο παγωτό της χρονιάς στην παραλία, στο Γρίμποβο, μετά από σαράντα και βάλε μέρες νηστείας.

[Θέμα έκθεσης στο Δημοτικό: «Προτιμάτε τα Χριστούγεννα ή το Πάσχα;». Θέμα έκθεσης (μόνιμο) για το απόγευμα της Δευτέρας του Πάσχα: «Μια εκδρομή στον Αϊ-Θανάση». Εκεί που στρώναμε κατάχαμα κουβέρτες για πικνίκ και είχε μια χωμάτινη αλάνα για ποδόσφαιρο, αν και συχνά η μπάλα κατρακυλούσε στους παρακείμενους χορταριασμένους τάφους.]

Θυμήθηκα: μια Μ. Τετάρτη που φύγαμε κρυφά απ’ την ακολουθία με τον ξάδελφό μου στην Πάτρα για να δούμε «Μαγκάιβερ» στην τηλεόραση και δοκιμάσαμε να φτιάξουμε με φωτιστικό οινόπνευμα το ίδιο φλογοβόλο μ’ εκείνο που ο ήρωάς μας σκότωνε τερμίτες – κάψαμε τελικά την κουρτίνα πάνω απ’ τον νεροχύτη, την κρύψαμε πριν επιστρέψει η θεία, αλλά η μυρωδιά του καμένου δεν έφυγε απ’ την κουζίνα και μας πρόδωσε. Κι ακόμα: το απόγευμα του Μ. Σαββάτου που υποχρεωνόμασταν να κοιμηθούμε για ν’ αντέξουμε το βράδυ και να κοινωνήσουμε αφάγωτοι, παρά τον κατηχητικό λόγο του Χρυσοστόμου για «νηστεύσαντες και μη νηστεύσαντες»∙ τη λαμπαδηδρομία μας πηγαίνοντας το αναστάσιμο φως στο σπίτι, το κερί λιώνοντας μας έκαιγε τα δάχτυλα, δεν είχαμε φαναράκια, ο νύχτιος άνεμος έσβηνε τη φλόγα κι επιστρέφαμε ξανά και ξανά για ν’ ανάψουμε.

Δεν υπάρχει πια αυτό το Πάσχα. Υπαίτιος ο δήμος, που έκοψε το δέντρο του δρόμου με τα λιλά, φλύαρα λουλούδια. Syringa vulgaris. «Εϊ», μου φωνάζει απ’ το απέναντι πεζοδρόμιο ο χαζό-Γιαννος με τη λεπτή, κοριτσίστικη φωνή του, «πες “Απρίλης” να συνεννοούμαστε»! Κρατάει στο χέρι για κατοικίδιο ένα κουνάβι με κατακόκκινο, λερωμένο στόμα, δεμένο με λουρί. Αλλά κι αυτός έχει πεθάνει και περιμένει τώρα τη δική του Ανάσταση.

Εμάς μας έχει δοθεί επιπλέον χρόνος. Αλλά κανείς δεν μας είπε ποτέ πάνω σε τι ακριβώς επιπλέει.

* Τελευταίο βιβλίο του Δ. Αγγελή είναι το Σκίτσα δρόμων κι έναστρης νύχτας (Πόλις, 2024)

SMS
Του Ακη Παπαντώνη*

Ακης Παπαντώνης
Ακης Παπαντώνης

(Αντρας, γύρω στα σαράντα, πληκτρολογεί στο κινητό ακουμπισμένος στην περίφραξη ενός παιδικού σταθμού· πού και πού σηκώνει το κεφάλι να δει αν σχόλασαν τα παιδιά.)

Καλησπέρα, γράφει και το σβήνει.

Τερέζα, γράφει μα το σβήνει κι αυτό.

Γεια σου, γράφει.

Γεια σου, έμαθα από την Ελενα, συνεχίζει αλλά το σβήνει.

Γεια, έτυχε να δω την Ελενα τις προάλλες. Μου είπε για τη μαμά σου. Ηθελα να σου γράψω συλλυπητήρια. Ξέρω πως έχουμε δυο χρόνια να μιλήσουμε, γράφει αλλά το σβήνει.

Γεια, έτυχε να δω την Ελενα τις προάλλες. Μου είπε για τη μαμά σου. Δεν ξέρω αν θα το διαβάσεις, ήθελα όμως να σου γράψω συλλυπητήρια.

Θυμήθηκα τότε που σας είχα συναντήσει στους Χαιρετισμούς στην Αγία Τριάδα, γράφει αλλά το σβήνει.

Γεια, έτυχε να δω την Ελενα τις προάλλες. Μου είπε για τη μαμά σου. Δεν ξέρω αν θα το διαβάσεις, ήθελα όμως να σου γράψω συλλυπητήρια.

Τις προάλλες ήμουν στους Χαιρετισμούς στην Αγία Τριάδα και θυμήθηκα πόσο της άρεσε να πηγαίνει. Και πόσο επέμενε να πηγαίνουμε κι εμείς μαζί της κι εσύ γκρίνιαζες, γράφει αλλά το σβήνει.

Γεια, έτυχε να δω την Ελενα τις προάλλες. Μου είπε για τη μαμά σου. Δεν ξέρω αν θα το διαβάσεις, ήθελα όμως να σου γράψω συλλυπητήρια.

Τις προάλλες περνούσα από την Αγία Τριάδα και τη θυμήθηκα. Της άρεσε πολύ να πηγαίνει τέτοιες μέρες στους Χαιρετισμούς. Εσύ το σιχαινόσουν, θυμάσαι;

Θυμάσαι εκείνη τη φορά που μας έπιασε βροχή στη Γλυφάδα και μπήκαμε τρέχοντας στην εκκλησία και ήταν η τελευταία λειτουργία των Χαιρετισμών και, γράφει αλλά το σβήνει.

Γεια, έτυχε να δω την Ελενα τις προάλλες. Μου είπε για τη μαμά σου. Δεν ξέρω αν θα το διαβάσεις, ήθελα όμως να σου γράψω συλλυπητήρια.

Τις προάλλες περνούσα από την Αγία Τριάδα και τη θυμήθηκα. Της άρεσε πολύ να πηγαίνει τέτοιες μέρες στους Χαιρετισμούς. Εσύ το σιχαινόσουν, θυμάσαι;

Τέλος πάντων, δεν χρειάζεται να σ’ τα θυμίζω αυτά τώρα, γράφει και το σβήνει.

Γεια, έτυχε να δω την Ελενα τις προάλλες. Μου είπε για τη μαμά σου. Δεν ξέρω αν θα το διαβάσεις, ήθελα όμως να σου γράψω συλλυπητήρια.

Τις προάλλες περνούσα από την Αγία Τριάδα και τη θυμήθηκα. Της άρεσε πολύ να πηγαίνει τέτοιες μέρες στους Χαιρετισμούς. Εσύ το σιχαινόσουν, θυμάσαι;

Ας μη σε κουράζω άλλο. Ελπίζω να τη θυμάσαι πάντα με αγάπη. Ηταν δύσκολος, αλλά καλός άνθρωπος, γράφει κι αμέσως το σβήνει.

Γεια, έτυχε να δω την Ελενα τις προάλλες. Μου είπε για τη μαμά σου. Δεν ξέρω αν θα το διαβάσεις, ήθελα όμως να σου γράψω συλλυπητήρια.

Τις προάλλες περνούσα από την Αγία Τριάδα και τη θυμήθηκα. Της άρεσε πολύ να πηγαίνει τέτοιες μέρες στους Χαιρετισμούς. Εσύ το σιχαινόσουν, θυμάσαι;

Ας μη σε κουράζω άλλο. Ελπίζω να τη θυμάσαι πάντα με αγάπη. Ηταν ξεχωριστός άνθρωπος αν και ξέρω πως δεν τα πηγαίνατε καλά, γράφει κι αμέσως το σβήνει.

Γεια, έτυχε να δω την Ελενα τις προάλλες. Μου είπε για τη μαμά σου. Δεν ξέρω αν θα το διαβάσεις, ήθελα όμως να σου γράψω συλλυπητήρια.

Τις προάλλες περνούσα από την Αγία Τριάδα και τη θυμήθηκα. Της άρεσε πολύ να πηγαίνει τέτοιες μέρες στους Χαιρετισμούς. Εσύ το σιχαινόσουν, θυμάσαι;

Ας μη σε κουράζω άλλο. Ελπίζω να τη θυμάσαι πάντα με αγάπη και σε νοιαζόταν.

Σου στέλνω την αγάπη μου, γράφει και το σβήνει διστακτικά.

Γεια, έτυχε να δω την Ελενα τις προάλλες. Μου είπε για τη μαμά σου. Δεν ξέρω αν θα το διαβάσεις, ήθελα όμως να σου γράψω συλλυπητήρια.

Τις προάλλες περνούσα από την Αγία Τριάδα και τη θυμήθηκα. Της άρεσε πολύ να πηγαίνει τέτοιες μέρες στους Χαιρετισμούς. Εσύ το σιχαινόσουν, θυμάσαι;

Ας μη σε κουράζω άλλο. Ελπίζω να τη θυμάσαι πάντα με αγάπη. Ηταν γλυκός άνθρωπος.

Να προσέχεις, γράφει και το σβήνει.

(Καθώς πληκτρολογεί νιώθει δυο χέρια να αγκαλιάζουν το πόδι του, σκύβει και φιλάει τη μικρή στα μαλλιά. Μισό λεπτό να στείλω αυτό το μήνυμα, αγάπη μου, λέει χαμογελαστά.)

Γεια, έτυχε να δω την Ελενα τις προάλλες. Μου είπε για τη μαμά σου. Δεν ξέρω αν θα το διαβάσεις, ήθελα όμως να σου γράψω συλλυπητήρια.

Τις προάλλες περνούσα από την Αγία Τριάδα και τη θυμήθηκα. Της άρεσε πολύ να πηγαίνει τέτοιες μέρες στους Χαιρετισμούς. Εσύ το σιχαινόσουν, θυμάσαι;

Ας μη σε κουράζω άλλο. Ελπίζω να τη θυμάσαι πάντα με αγάπη. Ηταν γλυκός άνθρωπος.

Κ., γράφει και πατάει αποστολή.

* Επικείμενο βιβλίο του Α. Παπαντώνη είναι η συλλογή διηγημάτων Στα θερμοκήπια του Αυγούστου (Κίχλη, 2026)

Αποκαθήλωση
Της Αργυρώς Πιπίνη*

Αργυρώ Πιπίνη
Αργυρώ Πιπίνη

Πρώτα χάλασε ο θερμοσίφωνας. Το πάτωμα στο χολ μετά. Και τα παραθυρόφυλλα της κρεβατοκάμαρας. Και τα φώτα στη σάλα. Καιρό τώρα τρεμόπαιζαν κι αναβόσβηναν ώσπου έκλεισαν οριστικά. Πάει το πολύφωτο, μόνο με τις απλίκες πια. Τα έπιπλα σκεπασμένα με σεντόνια λερωμένα – η σκόνη επίμονη, στροβιλιζόταν στον αέρα σαν απαλό χιόνι, έβρισκε τον δρόμο, τρύπωνε και τα τύλιγε από τα πόδια μέχρι πάνω.

Δεν λιβάνιζε πια. Ούτε καντήλι άναβε. Στο μπαλκόνι δεν έβγαινε, φοβόταν να πιαστεί από τα στραβωμένα κάγκελα. Το σπίτι αναστέναζε και διαμαρτυρόταν. Kατέρρεε. Tο ίδιο κι εκείνη· τρεμόπαιζε μέχρι να σβήσει.

Μερικά πρωινά, όμως, όταν ο ύπνος της ήταν καλός, ζωήρευε. Ετρεχε να μαζέψει, να ξεσκονίσει, να πλύνει, να τακτοποιήσει. Και μετά έκανε μπάνιο, ντυνόταν, χτενιζόταν, στολιζόταν – φάντασμα της παλιάς της ομορφιάς. Πήγαινε και καθόταν στην καρέκλα μπροστά στο παράθυρο, ακίνητη, με την πλάτη στητή και τα χέρια στην ποδιά της. Και κάρφωνε το βλέμμα στο φωτεινό τετράγωνο. Εβλεπε τα παιδιά με τα σκέιτ στην αλάνα μπροστά στο σχολείο. Την ελιά στο μπαλκόνι των νιόπαντρων. Τα λουλούδια στο μπαλκόνι της χήρας. Εβλεπε τον Κώστα με το μηχανάκι του – πέρα-δώθε, πέρα-δώθε. Εβλεπε τον Σταύρο στην εξοχή, στο παλιό σπίτι με τα δέντρα και τον κήπο. Τα δέντρα, τα λουλούδια, το νερό που έτρεχε απ’ το λάστιχο, το σούρουπο. Θάλασσες ζωής. Κύματα ζωής έξω απ’ το παράθυρο. Ανοιξη προχωρημένη. Πάσχα και πασχαλιές. Μπροστά στο παράθυρο η ιστορία όλου του κόσμου. Κι όταν τη νύχτα έσβηναν τα χρώματα και όλα γίνονταν μια μάζα -το σχολείο, η ελιά, τα λουλούδια, ο Κώστας, το μηχανάκι- έβλεπε τον θάλαμο, τα σωληνάκια, τους καθετήρες, τον ορό, τις κάλτσες για την κυκλοφορία, άκουγε το βουητό από τα μηχανήματα, τις χαμηλόφωνες κουβέντες των νοσοκόμων, έβλεπε τις φλέβες στο κερένιο δέρμα, έβλεπε τον τάφο τη Μεγάλη Παρασκευή – λάδι, καρβουνάκια, σφουγγάρι, καθαριστικά, πανάκια, λουλούδια. Μύριζε τις πασχαλιές. Χριστός Ανέστη. Χριστός Ανέστη.

Δέκα χρόνια τώρα πεθαμένος. Εβλεπε τον τάφο τη μέρα που είχαν τα ξεχώματα – κασελάκι με μπρούντζινα γράμματα, μεταξωτό μοβ ύφασμα, γάντια. Και είδον τα οστά γεγυμνωμένα και είπον: Αρα εστί Βασιλεύς ή Στρατιώτης, πλούσιος ή πένης, δίκαιος ή αμαρτωλός; Τους νεκρούς έβλεπε τριγύρω. Αλλοι σηκώνονταν και περπατούσαν κι άλλοι από τα χέρια κρατιούνταν και χόρευαν. Και την έπιανε το παράπονο. Εκλαιγε, έκλαιγε. Γιατί, γιατί; Γιατί δεν πρόλαβε, γιατί δεν έτρεξε, γιατί να αρρωστήσει το παιδί, γιατί, γιατί, γιατί να μην αντέξει ο Σταύρος, γιατί, γιατί να ’ναι η αρρώστια το μέλλον τους.

Τη βρήκαν τη Δευτέρα του Πάσχα στην καρέκλα, δέντρο σπασμένο. Ασπρο, μακρύ φόρεμα, κιτρινισμένο από τον χρόνο. Ξυπόλητη, κεφάλι γερμένο, μαλλιά στολισμένα με ανθάκια και χτενάκια· τούφες λευκές χόρευαν ελεύθερες. Στο χέρι κράταγε ένα στεφάνι με κορδέλες μεταξωτές και τη φωτογραφία του Σταύρου.

* Τελευταίο βιβλίο της Αρ. Πιπίνη είναι το Εντεκα λόγοι για να μη διαβάσω Ποίηση και άλλοι δώδεκα για να διαβάσω το οποίο συνυπογράφει με την Α. Χαλικιά (Καλειδοσκόπιο, 2026)

Η πρώτη Ανάσταση
Της Κωνσταντίας Σωτηρίου*

Κωνσταντία Σωτηρίου
Κωνσταντία Σωτηρίου

Δέκα χρονών ήμουν-δεν ήμουν όταν με στείλανε να κάνω Ανάσταση στο νησί. Και όχι κανένα ωραίο νησί δίπλα στη θάλασσα, μα στο νησί της μαμάς, την Κύπρο. Σε έναν τόπο που γνώριζα ελάχιστα και που φοβόμουν λιγάκι κιόλας, επειδή δεν καταλάβαινα πάντα τι έλεγαν. Μα έλα που αρρώστησε η μαμά και έπρεπε να περάσω το Πάσχα με τη γιαγιά μου. Ούτε τι είχε θυμάμαι, αλλά πρέπει να ήτανε κάτι σοβαρό, επειδή με ήθελαν έξω από το σπίτι για τουλάχιστον δύο βδομάδες. Κάτι για εγχείρηση κατάλαβα, αλλά ο μπαμπάς με είχε διαβεβαιώσει πως όλα θα πάνε καλά. Απλώς χρειαζόταν να πάω με το αεροπλάνο στην Λευκωσία, ασυνόδευτος με τη βοήθεια των αεροσυνοδών και θα έμενα για λίγο στο σπίτι της γιαγιάς που θα ερχόταν αργότερα στην Αθήνα και θα με έφερνε πίσω. Βρέθηκα λοιπόν αρχές του ’80 στο σπίτι της γιαγιάς Μαρουλούς, μόνος χωρίς τον μπαμπά και τη μαμά, να περάσω Αγία Βδομάδα και Ανάσταση στον Ταχτακαλά στην παλιά Λευκωσία.

Είχαμε φυσικά επισκεφθεί ξανά την περιοχή και ούτε τότε ούτε τώρα μου είχε αρέσει καθόλου. Στενά σκονισμένα καλντερίμια, εγκαταλειμμένα στον χρόνο, παλιά ετοιμόρροπα σπίτια όπως αυτό της γιαγιάς, που κατοικούσαν μόνο παππούδες και γιαγιάδες και δεν είχε καθόλου παιδιά και δίπλα μια εκκλησία που είχε έναν τοίχο που ακουμπούσε κυριολεκτικά στην Πράσινη Γραμμή, που ένα κομμάτι της ήταν στα κατεχόμενα. Δίπλα ακριβώς από τους Τούρκους! Και που ήταν ενός αγίου παράξενου που γιόρταζε κάθε τέσσερα χρόνια.

«Είναι μεγάλος Αγιος ο Κασσιανός», μου είπε η γιαγιά την πρώτη φορά που με κουβάλησε στην εκκλησία, αρχή Μεγάλης Βδομάδας και του δικού μου του μαρτυρίου. «Σαν κάμεις προσευχή με καρδιά αγνή, ό,τι του πεις θα βγει». Εμένα ωστόσο αυτός ο άγιος δεν μου άρεσε καθόλου. Τον έβλεπα στους τοίχους της εκκλησίας και ήταν θυμωμένος και βλοσυρός και η εκκλησία του ήτανε μικρή και σκοτεινή, γεμάτη θυμιάματα και κερίλα. Κάθε μέρα της Μεγάλης Βδομάδας μαζεύονταν σε αυτή γέροι και γριές, αφού μόνο αυτοί είχαν απομείνει στην περιοχή που ήταν κοντά στους Τούρκους και στους μιναρέδες και άκουγες και τον χότζα κάθε πρωί και μεσημέρι να καλεί σε προσευχή και να σκεπάζει τη φωνή του δικού μας παπά. Κι αφού ήταν τόσο μεγάλος ο Αγιος, γιατί τη μισή του εκκλησία την έπιασαν οι Τούρκοι; Και αφού ήταν τόσο καλός, γιατί η εκκλησία του ήταν μικρή και σκοτεινή; Και αφού ό,τι του έλεγες μπορούσε να βγει, γιατί η μαμά μου ήταν άρρωστη κι εγώ έμεινα Πάσχα μόνος σε αυτό το νησί; Πόσο δύσκολη και μαρτυρική ήταν στα αλήθεια εκείνη η Μεγάλη Βδομάδα. Η έγνοια της μαμάς και τα λυπημένα βλέμματα της γιαγιάς με κρατούσαν σε αγωνία. Ητανε και δύσκολα και ακριβά τα τηλέφωνα τότε και τα λίγα λεπτά που μιλούσαμε με τον μπαμπά κάθε βράδυ στις 7, με έκαναν να νιώθω μάλλον χειρότερα. Μεγάλη Πέμπτη, που το είχαν συνήθειο να ντύνουν στα μαύρα τις εκκλησιές, θυμάμαι μαύρισε η ψυχή μου. Μεγάλη Παρασκευή στον επιτάφιο, που ήταν φτωχά στολισμένος με ό,τι λουλούδια είχαν στη γειτονιά, έπιασα να κλαίω στο καλντερίμι της γιαγιάς και να παρακαλώ για τη μάνα μου. «Κάνε», είπα στον Αγιο, «να γίνουν όλα καλά, να γίνει και η μαμά καλύτερα και να πάω πίσω στο σπίτι. Κάνε τη μάνα μου καλά κι εγώ αν θέλεις θα έρχομαι κάθε τέσσερα χρόνια εδώ να σε βλέπω που γιορτάζεις».

Μεγάλο Σάββατο με την ψυχή βαριά πήγαμε πρωί στην εκκλησία. Καθόμουν στο μικρό στασίδι και κοίταζα τον Αγιο παρακλητικά. Το θυμιατό σχεδόν με κοίμιζε και δεν άκουγα τι έλεγαν στη λειτουργία. Ωσπου ξαφνικά ακούω φασαρία, αρχίζουν οι παππούδες να βαράνε με δύναμη τα στασίδια, η καμπάνα χτυπά δυνατά και ο γέρος παπάς της εκκλησιάς αρχίζει να τρέχει ανάμεσα στους πιστούς με τα λάβαρα της Ανάστασης και να φωνάζει ότι ο Χριστός αναστήθηκε, πετώντας στον αέρα φύλλα δάφνης και λουλούδια. Δίπλα μου άκουσα τη γιαγιά να κλαίει σιγανά. Η Πρώτη Ανάσταση, μου ψιθύρισε. Ολα θα πάνε καλά.

Δεν θυμάμαι και πολλά μετά. Νομίζω, πήγαμε σπίτι και πήραμε τον μπαμπά τηλέφωνο και η μαμά ήταν καλά και σε λίγες μέρες η γιαγιά με πήρε πίσω στην Αθήνα και όλα ήταν πάλι όπως ήταν παλιά. Ούτε γιατί θυμάμαι πάντα κάθε Πάσχα αυτή την πρώτη Ανάσταση ξέρω. Το τάμα μου στον Αγιο πάντως το κράτησα και κάθε τέσσερα χρόνια πηγαίνω στην εκκλησία του και προσκυνώ. Ηταν μια συμφωνία κυριών και κρατώ την υπόσχεσή μου, όπως την κράτησε κι αυτός. Είναι μεγάλος Αγιος, όπως το είχε πει τότε η γιαγιά, όχι γιατί γιάτρευσε τη μάνα μου, δεν είναι πως πιστεύω σε αυτά. Είναι επειδή έδειξε τότε πως ανάμεσα σε όλα μπορεί να υπάρχει μια Πρώτη Ανάσταση. Με έμαθε να το προσμένω αυτό και να το αγαπώ.

* Τελευταίο βιβλίο της Κ. Σωτηρίου είναι το μυθιστόρημα Η κεφαλή του Τσάτσγουερθ (Εκδόσεις Πατάκη, 2025)