ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Γιώργος Βέης
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Ο Χιλιανός μυθιστοριογράφος και ποιητής Ρομπέρτο Μπολιάνο (1953-2003) νόμιζε ότι το προκείμενο έργο του, πρώτο κατά τη χρονολογική τάξη, λειτουργεί περισσότερο ως να ήταν ένα λίγο-πολύ νεωτερικό αστυνομικό ή ανιχνευτικό αφήγημα, παρά ως μια οιονεί μετανουβέλα κοινωνικού-πολιτικού κυρίως περιεχομένου, με πλείστα όμως αυτοβιογραφικά στοιχεία, άμεσα ή μεταμφιεσμένα επαρκώς. Γραμμένη στην Ισπανία της εξορίας το 1980, η Αμβέρσα κυκλοφορήθηκε ελάχιστους μόλις μήνες πριν από το βιολογικό τέλος του δημιουργού της. Μέσα στη φτώχεια, στις αντιξοότητες και στην παρανομία, η γραφή δεν διστάζει να στηλιτεύσει τις αδυναμίες, τις αυταπάτες και τις οργανικές ελλείψεις τής τότε δυτικοευρωπαϊκής πολιτισμικής αγοράς. Η κριτική κατά ιδεοληψιών και ανεδαφικών νοηματοδοτήσεων κρίνεται ιδιαίτερα ευκρινής. Δεν είναι τυχαίο ότι την ίδια ακριβώς εκείνη χρονιά, στη γειτονική Γαλλία, διατυπώθηκε με έμφαση η άποψη ότι «η Δύση διαβρέχει το καθετί με νόημα, όπως κάθε αυταρχική θρησκεία που επιβάλλει τη βάφτιση σε ολάκερους πληθυσμούς» [βλ. Ρολάν Μπαρτ (1915 -1980), Η επικράτεια των σημείων, εκδόσεις «Ράππα»].

Πενήντα έξι σύντομα κατά κανόνα κομμάτια, απολεπισμένου, εικονοκλαστικού, πειραματικού ως επί το πλείστον ύφους, συναποτελούν το εμφανώς σπονδυλωτό αυτό έργο. Απηχεί, εκτός των άλλων, ουσίες και έννοιες πανηγυρικών διαβημάτων από το σύμπαν των ντανταϊστών ή και των καταστασιακών του προηγούμενου αιώνα. Προαναγγέλλει βεβαίως ένα ικανό μέρος του λογοτεχνικού πεδίου, το οποίο ανέπτυξε τις επόμενες δεκαετίες με έντονους διηγητικούς ρυθμούς ο ίδιος ο Ρομπέρτο Μπολιάνο. Υπογραμμίζω ότι δικαίως κατατάσσεται στους πλέον σημαντικούς ισπανόφωνους συγγραφείς της εποχής μας. Η πραγματικότητα παραμένει πάντως ως έχει: οι φράσεις, οι δοκιμές λόγου επιχειρούν, στον αντίποδα πάντα του κατεστημένου κοσμοειδώλου, να αναδείξουν έναν ανήμερο, έναν αναστοχαστικό εαυτό. Εξ ου και οι εξής δύο ενδεικτικές ομολογίες, τις οποίες παραθέτω: «Μου βγαίνουν μονάχα σκόρπιες φράσεις, του είπε, ίσως επειδή η πραγματικότητα μου φαίνεται ένα κουβάρι σκόρπιες φράσεις» και «Δεν μπορώ να είμαι ούτε απαισιόδοξος ούτε αισιόδοξος, όλα καθορίζονται από το ρυθμό αναμονής που εκδηλώνεται σ’ αυτό που ονομάζουμε πραγματικότητα» (βλ. σελίδες 65 και 80 αντιστοίχως).

Μέσα από τα στάδια μιας εντατικής παρόρμησης για τις οριακές αναδιατάξεις των δεδομένων αναπαραστάσεων της περιρρέουσας ατμόσφαιρας, επιχειρείται, ενίοτε εμμονικά, η πλήρης, η αφαλκίδευτη κατάθεση μιας προφανώς άλλης αλήθειας. Η υποκειμενική πραγματικότητα, η έτερη φύση, διεκδικεί κι αυτή στη συνέχεια την απαραίτητη εδραίωσή της στην κατά το δυνατόν διευρυμένη συνείδηση πομπού και δέκτη. Σύμφωνα μάλιστα με έναν άλλον, πασίγνωστο, ομολογουμένως επιδραστικό, επίσης ισπανόφωνο δημιουργό λόγου, ονόματι Χόρχε Λουίς Μπόρχες, «η πραγματικότητα δεν είναι λεκτική […]προηγείται της ερμηνείας και δεν έχει καμία εξάρτηση απ’ αυτή […] Στην πραγματικότητα, κάθε μυθιστόρημα είναι ένα ιδεατό επίπεδο […] Η γραφή είναι ένα καθοδηγούμενο όνειρο […] Το έργο που κατά κανόνα αναλαμβάνουν οι συγγραφείς αστυνομικών ιστοριών είναι να εξηγήσουν, όχι το ανεξήγητο αλλά το συγκεχυμένο».

Ο θίασος της Αμβέρσας απαρτίζεται από ανώνυμους περιθωριακούς χαρακτήρες κι έναν λαθραίο Χιλιανό μυθιστοριογράφο που ξέφυγε εντέλει από τις αρπάγες τού άκρως επικίνδυνου συμπατριώτη του, του διαβόητου Αουγούστο Πινοσέτ. Από πολύ κοντά πτώματα οργάνων της τάξης, ναρκομανείς, πόρνες, επαγγελματίες ή μη δολοφόνοι, φασματικοί, επινοημένοι ή και αληθοφανέστατοι σύντροφοι ζωής, παραληρηματικοί ή πεισματικά λιγομίλητοι φορείς μιας ασίγαστης δράσης. Συγκρατώ ότι τόσο το ον όσο και το τελεσίδικα εφιαλτικό μη ον συνυπάρχουν, όπως φαίνεται, στο εσωτερικό της ύπαρξης.

Τα αποσπάσματα, τα οποία έπονται, τεκμηριώνουν τόσο τα όρια της απροκάλυπτα εμπύρετης αυτής εξιστόρησης. Ητοι: «Η περιφρόνηση που ένιωθα για τη λεγόμενη επίσημη λογοτεχνία ήταν τεράστια, παρότι ελάχιστα μεγαλύτερη από αυτήν που ένιωθα για την περιθωριακή λογοτεχνία […] Για τον Αγγλο δεν υπάρχουν στοιχεία. Πιθανόν να τον έχει επινοήσει […] Ο συγγραφέας, νομίζω ότι ήταν Αγγλος, ομολόγησε στον καμπούρη όταν δυσκολευόταν να γράψει. […] Θυμάμαι ότι διάβασα πριν από καιρό τις δηλώσεις ενός Αγγλου συγγραφέα που έλεγε πόσο δυσκολευόταν να διατηρήσει μια συνεκτική ροή του λόγου. Χρησιμοποιούσε το ρήμα υποφέρω για να δώσει μια ιδέα της προσπάθειάς του […] Η κοπέλα εκείνη τώρα ζυγίζει εικοσιοχτώ κιλά. Βρίσκεται στο νοσοκομείο και μοιάζει να σβήνει. “Κατάστρεψε τις ελεύθερες φράσεις σου”. Μόνο πολύ αργότερα κατάλαβα τι εννοούσε […] Κάποιος χειροκρότησε από το κενό. Είπα ότι υπέθετα πως αυτό ήταν η ευτυχία […] Υπάρχει μια ασθένεια κρυφή που ονομάζεται Λίζα» (βλ. σελ. 10 επ.). Ο έμπειρος μεταφραστής γνωρίζει προ πολλού να δικαιώνει στην πράξη το πρωτότυπο.