Νομίζω ότι η Μαρία Φακίνου αναζητεί από βιβλίο σε βιβλίο το στίγμα της, με αποκορύφωμα την «Αρχή του κακού» (2012) και την «Κλίμακα Μπόγκαρντ» (2022). Στα πέντε ώς τώρα έργα της κινήθηκε σε διάφορες κατευθύνσεις, άλλοτε πετυχημένα κι άλλοτε όχι, έψαξε να βρει τι ακριβώς θέλει να εκφράσει, δοκίμασε τον εαυτό της και τη γραφή. Οταν βρίσκει τον ρυθμό που διέπει τα έργα της, ρυθμό ο οποίος ακολουθεί έναν εσωτερικό βηματισμό, η συγγραφέας καταφέρνει να πιάσει τον σφυγμό των πραγμάτων πίσω από τα γεγονότα, χωρίς να βυθίζεται μονόπλευρα σε μια στείρα αναμόχλευση συναισθημάτων.
Στο πρόσφατο βιβλίο της η μυθιστοριογράφος σκηνοθετεί τη Μαρίνα Λιοντήρη να γνωρίζει και να ερωτεύεται τον μεγαλύτερό της Πέτρο Χατζημιχαήλ, με τον οποίο εν τέλει συνάπτει σχέση. Αυτή είναι συγγραφέας με σπουδές θεάτρου και μαθήματα δημιουργικής γραφής κι εκείνος δημοσιογράφος, χωρισμένος με παιδί. Επειδή στο πρόσωπο της Μαρίνας αναγνωρίζουμε πολλά χαρακτηριστικά της Μαρίας (Φακίνου), μπορούμε να δούμε στο μυθιστόρημα -που μάλλον είναι νουβέλα- αυτοβιογραφικά και αυτοαναφορικά στοιχεία. Η πρωταγωνίστρια ως μυθιστορηματικό alter ego βιώνει και αισθάνεται, στοχάζεται και παρατηρεί, ζει και γράφει. Ετσι μέσα σε μια απλή ιστορία έρωτα συμπλέκονται παραφυάδες αυτογνωσίας και διερεύνησης των ορίων της γραφής.
Ο προκείμενος έρωτας δεν στηρίζεται τόσο σε μια ενιαία ιστορία αλλά στα πολλά μικρά της καθημερινότητας που πια αποκτούν άλλη σημασία. Οι καθημερινές κινήσεις γίνονται α λα Μπαρτ σύμβολα, που σημαίνουν συνειδητά ή όχι προθέσεις και «θέλω», στάσεις και συναισθήματα. Περισσότερο όλες αυτές οι χειρονομίες, σε μια επιφάνεια ελαφρών κυματισμών, οδηγούν στην αποτύπωση της εσωτερικότητας της ηρωίδας, ενίοτε και του εραστή της.
Ο έρωτας είναι μια μύχια βιωμένη πραγματικότητα, χωρίς εξάρσεις αλλά και χωρίς μεμψιμοιρίες, ακόμα κι αν καταλήξει σε ένα οδυνηρό τέλος. Με τον τρόπο αυτό, παρ’ όλο που διασταυρώνεται με τις εξωτερικές πράξεις, τα κοινωνικά θέματα και τα διεθνή γεγονότα (π.χ. κορονοϊός, ρωσο-ουκρανικός πόλεμος κ.λπ.), λειτουργεί αυτόνομα και σαν κινούμενη άμμος καραδοκεί.
Σε πολλά λογοτεχνήματα ο έρωτας και η απώλεια είναι ο καμβάς για τον ή τη συγγραφέα ώστε να απλώσει τα χρώματά του/της. Πάνω του χωράνε όλα τα δέντρα, όλες οι αποχρώσεις της χαράς και της λύπης, όλες οι φωνές που λένε «ναι» και «όχι. Ετσι εξωτερικεύεται ο εσωτερικός κόσμος που έμενε ώς τότε αθέατος, αφού η εξιστόρηση αντλεί ψυχικά φορτία και σιωπές δίνοντάς τους υπόσταση. Ο,τι διαβάζει ο αναγνώστης είναι αυτό που ο/η συγγραφέας βίωσε και το μετουσίωσε σε λέξεις. Οι εμπειρίες γίνονται διά της γραφής βιώματα, που παίρνουν σάρκα και οστά. Αυτό σε μια αναγκαία γενίκευση είναι ό,τι μας λέει η Μ. Φακίνου με τον δικό της τρόπο.
Σε μια πιο προωθημένη ερμηνεία αυτό που κομίζει η συγγραφέας στο νέο έργο της δεν είναι η επανασύσταση του ερωτικού στοιχείου ή ο κλονισμός του. Ούτε οι εσωτερικές ταλαντεύσεις των πρωταγωνιστών, που συχνά παγώνουν τα πάντα σε μια προβληματική ακινησία. Ούτε το στοχαστικό ύφος που μερικές φορές κορυφώνεται σε αποφθεγματικές φράσεις, οι οποίες συμπυκνώνουν όλο το σύμπαν σε μια στιγμή. Αυτό που περισσότερο ξεχωρίζω είναι ο τρόπος με τον οποίο η αφηγήτρια παρακολουθεί τα δύο κατά βάση πρόσωπα -σαν η πρωταγωνίστρια να βγήκε έξω και να εποπτεύει το σκηνικό-, συχνά εναλλάσσοντας τις οπτικές γωνίες με τη χρήση του ελεύθερου πλάγιου λόγου.
Ακόμα βαθύτερα, η αφήγηση περιγράφει, αλλά συνάμα δημιουργεί εκείνη την ώρα τα περιγράμματα των προσώπων, τις πράξεις, τις σκέψεις και τα συναισθήματά τους. Βλέπουμε την ετεροδιηγητική αφηγήτρια να σχεδιάζει μπροστά μας όσα πριν δεν είχαμε αντιληφθεί ή όσα δεν υπήρχαν. Και την ίδια να νιώθει την «ασφυκτική αίσθηση ενός απροσδιόριστου αδιεξόδου, ματαιότητας και αδυναμίας, ότι τίποτε δεν μπορείς να κάνεις, ότι είσαι παρατηρητής κι όχι υποκείμενο που δρα».
