Με τον εύληπτο αλλά και πολύσημο τίτλο Αναχωρήσεις, το τελευταίο μυθιστόρημα του Μπαρνς αποτελεί έναν αποχαιρετισμό, μια αυλαία, ένα γλυκόπικρο αναγνωστικό κάλεσμα, ένα ακόμα δικό του βιβλίο, το τελευταίο δικό του βιβλίο.
Φτάνοντας στο τέλος της αφηγηματικής διαδρομής, ο Μπαρνς έχει την απαραίτητη σκευή να μην υποκύψει σε κάτι το προθετικά φαντασμαγορικό, μέσα στα χρόνια, άλλωστε, έχει εμπλουτίσει τη φωνή του, το φίλτρο και την οπτική του γωνία αποτύπωσης του κόσμου και του εαυτού, μια λογοτεχνία ήπιου τόνου, χωρίς αχρείαστες εξάρσεις, μια χαμηλόφωνη πρόζα με λεκτική ακρίβεια και ψυχικό βάθος. Οι Αναχωρήσεις δεν θα μπορούσαν να διαφέρουν από τον κανόνα γραφής του.
Δεν θα μπορούσαν, επίσης, ως αποχαιρετισμός, να μην απευθύνονται ευθέως στον αναγνώστη, αυτό το «εσύ που διαβάζεις τώρα το βιβλίο που έγραψα», διαρκώς παρόν, μια ιδιότυπη επιστολή η οποία μετεωρίζεται ανάμεσα στο αυτοβιογραφικό και τον μηχανισμό γραφής, έχοντας στο επίκεντρο μια ερωτική ιστορία, μια ατυχή ερωτική ιστορία, γνώριμο σκηνικό των χαρακτήρων στο έργο του.
Δύο συμφοιτητές του, χρόνια πολλά πριν, όταν ο κόσμος ανοιγόταν μπροστά τους γεμάτος προκλήσεις, ελπίδες και δυνατότητες, γνωρίστηκαν με τον Μπαρνς ως ηθικό αυτουργό, χώρισαν τότε πριν πάρουν την απόφαση να παντρευτούν. Δεκαετίες αργότερα, εκείνος, ο Στίβεν, θα ζητήσει από τον συγγραφέα φίλο του να παίξει ξανά τον ίδιο ρόλο, να στήσει μια δήθεν τυχαία συνάντηση με την Τζιν. Οπως και θα γίνει.
Πάνω στον καμβά αυτό, της ερωτικής ιστορίας, της απόπειρας αναστήλωσής της για την ακρίβεια, ο Μπαρνς θα στήσει τους άξονες του μυθιστορήματος αυτού.
Παράλληλα με την εξιστόρηση, του τότε και του αφηγηματικού τώρα, θα προκύψει ο χώρος για την αφήγηση του προσωπικού, ποιος ήταν τότε, ποιος στην πορεία έγινε, πού βρίσκεται τώρα, πώς συνέβη αυτό το πανηγύρι της ζωής, το σύμπαν που ενεργεί αυτόνομα και ανεξήγητα, παρά τον όποιο ορθολογικό ή ανορθολογικό τρόπο εμείς επιλέγουμε να ερμηνεύσουμε και να δεχτούμε τα συμβάντα, την τύχη ή την ατυχία, την ανταπόδοση ή μη των όσων θεωρούμε πως πράξαμε καλώς. Και οι δυο τους, ο Στίβεν και η Τζιν, σε ανύποπτες στιγμές εξομολόγησης είχαν ζητήσει από τον Μπαρνς να μην τους εντάξει σε κάποια μυθοπλαστική του απόπειρα.
Εδώ απλώνεται το πέπλο της δημιουργίας. Πέπλο που συσκοτίζει, ή να πω μαγεύει, άραγε, τη διαδικασία. Μια σειρά από ερωτήματα στέκουν αναπάντητα. Υπήρξαν ο Στίβεν και η Τζιν πραγματικά; Είχαν αυτά τα ονόματα; Η ιστορία τους ήταν αυτή ή περίπου αυτή; Ο Μπαρνς τήρησε τη δέσμευσή του ή μήπως η δέσμευση αυτή άλλο δεν ήταν από ένα συγγραφικό τέχνασμα;
Ανακάλεσα το κύκνειο άσμα ενός άλλου σπουδαίου, του Πολ Οστερ, που μας αποχαιρέτισε συγγραφικά με το Μπαουμγκάρτνερ, στον πυρήνα του οποίου, όπως και εδώ, υπήρχε η κατασκευή ενός βιβλίου, παρότι, αντίθετα με τον Μπαρνς, ο Οστερ επέλεξε ένα μακρινό άλτερ έγκο του, μια από τις πιθανές εκδοχές της ιστορίας που τόσο λάτρευε να εξετάζει.
Ωστόσο, προείπα πως ο Μπαρνς δεν καταφεύγει σε φαντασμαγορικά τρικ, παρά τον ήπια μεταμοντέρνο χαρακτήρα των Αναχωρήσεων, που δεν παύουν στιγμή να είναι ένα μυθιστόρημα, ένα τελευταίο μυθιστόρημα, αναπόφευκτα απολογιστικό και ιδιαιτέρως προσωπικό, ένα κλείσιμο καριέρας, με τον συγγραφέα, στα πλέον συγκινητικά μέρη της εξιστόρησης/συγγραφής να αναρωτιέται αν το ένα ή το άλλο επεισόδιο το έχει χρησιμοποιήσει ξανά, αρνούμενος την ψηφιακή αναζήτηση, καταφεύγοντας στους απαιτητικούς αναγνώστες του, ένα έμμεσο ευχαριστώ και σε εκείνους.
Το κομμάτι της μνήμης, αυτό το ανήμερο θεριό που δρα αυτόνομα και δεν υπακούει, που διατηρεί ένα αδιάφορο περιστατικό ατόφιο και αφήνει να χαθεί το όνομα μιας ερωμένης, απασχολεί, πώς όχι, τον Μπαρνς, τώρα που νιώθει ότι κυρίως κοιτάζει προς τα πίσω, στο μονοπάτι που δημιούργησε, έμμεσα ή άμεσα, και τον έφερε ώς εδώ.
