ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Ελενα Μαρούτσου
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Το μυθιστόρημα του Λερντ Χαντ, Ο νυχτερινός δρόμος, εμπνέεται από ένα πραγματικό γεγονός: το βράδυ της 7ης Αυγούστου 1930, στο Μάριον της Ιντιάνα, ο εξαγριωμένος όχλος που είχε μαζευτεί έξω από τις φυλακές όπου κρατούνταν τρεις νεαροί Αφροαμερικανοί (είχαν προσαχθεί νωρίτερα την ίδια μέρα με την κατηγορία του φόνου ενός λευκού άντρα και τον βιασμό μιας λευκής γυναίκας) εισέβαλε με σιδηρολοστούς και σφυριά και λιντσάρισε τους δύο από τους τρεις κατηγορούμενους. Μετά από άγριο ξυλοδαρμό κρέμασε σ’ ένα δέντρο τον Thomas Shipp και τον Abram Smith, ενώ ο δεκαεξάχρονος James Cameron κατάφερε να γλιτώσει μετά από παρέμβαση μιας γυναίκας.

Το λιντσάρισμα Αφροαμερικανών από λευκούς δεν είναι άγνωστο στην ιστορία της γενέτειρας του συγγραφέα, ο οποίος, μετά το θαυμάσιο Neverhome, που διαδραματίζεται κατά τη διάρκεια του αμερικανικού Εμφύλιου, βουτάει εκ νέου την πένα του στο παρελθόν της Αμερικής, σκαλίζοντας πληγές που ακόμα αιμορραγούν. Ωστόσο, αυτό που καθιστά το ανά χείρας βιβλίο σημαντικό δεν είναι το ζοφερό θέμα του. Η βία, παρότι συνεχώς παρούσα, δεν λαμβάνει χώρα «επί σκηνής», τουλάχιστον όχι στην ακραία μορφή της. Τον συγγραφέα τον ενδιαφέρει, όπως δηλώνει και ο τίτλος, ο δρόμος που οδηγεί στο λιντσάρισμα, ο σκοτεινός δρόμος που, σύμφωνα με την πρωτότυπη αρχιτεκτονική του βιβλίου, στο πρώτο κεφάλαιο τον διασχίζει μια λευκή γυναίκα με την παρέα της, στο δεύτερο μια Αφροαμερικανή και στο τρίτο «η κυρά των αγγέλων», μια αγγελοκρουσμένη. Η δράση εκτυλίσσεται στη διάρκεια λίγων ωρών, από το απόγευμα που ξεκινούν οι αφηγήτριες για το Μάρβελ, όπου θα γίνει το λιντσάρισμα, μέχρι το βράδυ της ίδιας μέρας.

Το ένα νήμα της αφήγησης το πιάνει αρχικά η λευκή Οτι Λι, μια γυναίκα που πέρασε τα παιδικά της χρόνια χώρια απ’ τους δικούς της, σε μια οικογένεια που την κακομεταχειριζόταν. Παντρεμένη πλέον με τον Ντέιλ, εργάζεται στο γραφείο του Μπαντ, και οι τρεις τους οδεύουν προς το Μάρβελ, αρχικά με το αυτοκίνητο του Μπαντ, στη συνέχεια με τα πόδια και τέλος με μια άμαξα που κλέβουν από τους μαύρους αναβάτες της. Το δεύτερο νήμα εκκινεί από το χρονικό σημείο που άρχισε και η πρώτη αφήγηση, όμως αυτή τη φορά αφηγήτρια είναι η Αφροαμερικανή Κάλα, ένα δεκαεξάχρονο κορίτσι που μετά τον θάνατο των δικών της έζησε σε ορφανοτροφείο, απ’ όπου την πήρε η νέα της οικογένεια. Στο τέλος της δικής της αφήγησης τα δύο νήματα θα διασταυρωθούν, δίνοντας για λίγες σελίδες τη σκυτάλη στην αλαφροΐσκιωτη Σάλι, που μετά από ένα χτύπημα στο κεφάλι συνομιλεί με αγγέλους.

Μπορεί λοιπόν το λιντσάρισμα να μην περιλαμβάνεται στην αφήγηση, όμως οι ιστορίες των αφηγητριών είναι στιγματισμένες από λογής τραύματα. Τραυματισμένος είναι και ο Μπαντ, αφού έχει σημαδευτεί από την απώλεια της γυναίκας και της κόρης του, ενώ υπονοείται πως από κάποιο βίαιο επεισόδιο έχει μείνει και σεξουαλικά ανίκανος. Προσπαθεί άραγε ο συγγραφέας να ερμηνεύσει τη συλλογική βία (έξοχη η αποτύπωση της έξαψης των λευκών που συρρέουν για να απολαύσουν το φριχτό θέαμα) από τα τραύματα στην προσωπική ζωή του καθενός; Σύμφωνα με τη δική μου ανάγνωση, εδώ ο Χαντ βάζει το δάχτυλο στην πληγή του ρατσιστικού μίσους, μια πληγή πάνω στο σώμα όχι μόνο των μαύρων αλλά και ολόκληρης της κοινωνίας, η οποία δεν αποτελείται από τέρατα, αλλά από πραγματικούς ανθρώπους που υπό την πίεση συγκεκριμένων συνθηκών μπορεί να εξελιχθούν σε τέρατα. Ο δρόμος από τον άνθρωπο στο τέρας είναι νυχτερινός.

Παρά το σκοτεινό θέμα του, το μυθιστόρημα είναι ποτισμένο με νεύρο και από ένα είδος παράδοξου χιούμορ, που συναντούμε στις ταινίες των αδελφών Κοέν. Ο γοργός ρυθμός του, οι απολαυστικοί διάλογοι, οι ευφάνταστες σκηνές (όπως με το γιγάντιο γουρούνι, το άθλιο σαλόνι ομορφιάς, τους σκύλους με τις γραβάτες), είναι μερικά από τα πλεονεκτήματα ετούτου του μυθιστορήματος, όμως το πλέον δυνατό του χαρτί είναι, κατά τη γνώμη μου, οι έξοχοι γυναικείοι χαρακτήρες των αφηγητριών: δυναμικές, πληγωμένες, ανεξάρτητες, παίρνουν τη μοίρα στα χέρια τους και, όπως η ηρωίδα του Neverhome, βγαίνουν στον πόλεμο η καθεμιά με τα δικά της όπλα. Η μετάφραση του Χρήστου Οικονόμου αναδεικνύει ανάγλυφα όλες τις αρετές του βιβλίου.