ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ efsyn.gr
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Η Ζέφη Δαράκη είναι εδώ και δεκαετίες μια καθιερωμένη φωνή της σύγχρονης ελληνικής ποίησης. Εχει χαράξει έναν δικό της, ιδιαίτερο ποιητικό δρόμο κατορθώνοντας πάντοτε να συγκεράζει το ατομικό βίωμα με έναν βαθύ και διαχρονικό προβληματισμό για τα ανθρώπινα.

Από τις πρώτες της ποιητικές συλλογές στη δεκαετία του ’60 μέχρι σήμερα καλλιεργεί ένα προσωπικό ύφος, το οποίο κυριαρχείται από την έντονη εσωτερικότητα του λόγου, παράλληλα όμως απλώνεται σε έναν διαρκή πειραματισμό και σε μια συνεχή μετατόπιση μεταξύ θεμάτων και κόσμων ανοιχτών προς διερεύνηση. Στην καινούργια της ποιητική συλλογή επιστρέφει στα οικεία της θέματα: στη φύση, στο όνειρο, στη μνήμη, στην αγωνία να ορίσει κανείς την ταυτότητά του και τη θέση του μέσα στον κόσμο, στη συνύπαρξη ορατού και αόρατου.

Καθώς η συλλογή αρθρώνεται σε τέσσερις υποενότητες, ο αναγνώστης περνά από τους συνειρμούς της μνήμης και τις διεγέρσεις ενός διαρκώς παρόντος παρελθόντος προς την ουσιώδη ανακάλυψη μιας μυστικής ζωής, μιας αφανούς ισορροπίας.

Συχνά η μνήμη και το παρελθόν αποκτούν μια υπόσταση σωματική, η φαντασία αρκεί για να δώσει ύλη και αισθήσεις στα χαμένα πρόσωπα, το όνειρο επιζητεί να του αφεθούμε ολοκληρωτικά για να μας ορίσει: «Γιατί δεν υπάρχει άλλη μνήμη παρά μόνο / το φιλί του παρελθόντος / … / πανάρχαιο όνειρο σου παραδίνομαι / κι ας με προδίνεις Κι ας / είσαι το φάντασμά σου». Ή σε άλλο σημείο: «Αγάλματα μνήμης – άλλοτε κήποι κρεμαστοί / κι άλλοτε αγρίμια με κρεμασμένα επάνω τους / εκείνα τα εναέρια σώματα του έρωτα και του θανάτου».

Αλλά η μνήμη είναι πολλές φορές δεμένη και με τους αγαπημένους τόπους. Οι τόποι είναι άλλωστε συχνά στην ποίηση της Δαράκη ένα έναυσμα εσωτερικών και εξωτερικών μεταμορφώσεων, μια αναγκαία οδός προς την αλήθεια του κόσμου: «Οταν έφυγα δεν υπήρχε ουδέ άμπωτις ουδέ παλίρροια παρά / μονάχα η Γέφυρα σαν μια αλλοπαρμένη χειραψία / να αιωρείται για να περάσουν τα ψηλά Κατάρτια / Και ο Σκαρίμπας σκορπισμένος στο βυθό του».

Είναι ενδιαφέρουσα εν γένει η συνομιλία των ποιητών με το έργο τους μέσα στον χρόνο. Μια τέτοια ενδιαφέρουσα συνομιλία βρίσκουμε στο ποίημα «Ορφέας και Ευρυδίκη», όπου η ποιήτρια παραλλάσσει το ποίημα «Πλούτων και Ευρυδίκη» του 1974.

Τα γυναικεία πρόσωπα και προσωπεία, άλλωστε, είναι συνήθη στην ποίηση της Δαράκη, αφού μέσα από αυτά όχι μόνο εκφράζεται με τρόπο πρωτογενή και άμεσο η ίδια η ποιήτρια, αλλά δίδεται χώρος σε εκείνες τις φωνές που στο διάβα της ιστορίας αποσιωπήθηκαν ή παραμορφώθηκαν. Αυτός ο προβληματισμός γίνεται ορατός στο τρίτο μέρος της συλλογής, που δίνει τον τίτλο και σε όλο το βιβλίο.

Στο μότο της ενότητας η Camille (Claudel) παραμιλά: «Ονειρο ενός αλλόκοτου κόσμου, ξέρω / πόσο θα υπάρξεις μεθυστικά τρυφερό / προς την ουτοπία παραμερίζοντας / εκείνη τη μονόφθαλμη αιωνιότητα / του ουράνιου θόλου». Η Camille μας εισάγει στον κόσμο των αόρατων πλασμάτων, των ξεχασμένων θεαινών, των κοριτσιών που λησμονήθηκαν, αλλά διεκδικούν ακόμη τη φωνή τους, σε μια γλώσσα που πρέπει να «σπάσει» για να δοθεί ξανά ολόκληρη: «–… θα υπάγω εις τους κήπους… / – … δεν περ / νας αό / ρατη Μαρία δεν / περνάς». Και σε άλλο σημείο: « – Μαρία, / ας αφήσουμε ελεύθερο εκείνο τον / παραστρατημένο τον αδέσποτο στίχο να / το σκάσει απ’ το ποίημα / αναγκάζοντας τις λέξεις / να γίνουν ζωή».

Η «αόρατη Μαρία» θέτει την ποίηση ξανά, με τρόπο ουσιαστικό και ανανεωμένο, στις ρίζες ενός λυρισμού που μπορεί να δώσει φωνή στους ψιθύρους και να άρει το βάρος ενός κόσμου άδικου και σκληρού.

Μια ανθρωπιστική ματιά και μια βαθιά πίστη στη δύναμη της ποίησης να αποκαλύπτει έναν άλλο τρόπο να υπάρξουν τα πράγματα, έναν άλλο τρόπο να δούμε τον εαυτό μας: «Δε θα σε βεβαιώσω ότι υπάρχω, λέξη / ξεβιδωμένη από το φως σου ανάσανέ με / γιατί δεν ξέρω τι θέλω να πω / Ενώ εσύ κρυφά τις νύχτες / μου εκμυστηρεύεσαι τον εαυτό μου».