ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Κώστας Καραβίδας
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Με τη Νέα Σελήνη. Ημέρα πρώτη ο Θανάσης Βαλτινός (γενν. 1932) επιστρέφει -αν ποτέ έφυγε από εκεί- στη δεξαμενή των εφηβικών του χρόνων. Τρίπολη, χειμώνας 1948, «γλυκά δεκάξι» και κορύφωση του Εμφυλίου. Ο Κοσμάς, ο Νίκος και οι συμμαθητές τους στο Γυμνάσιο Αρρένων ενηλικιώνονται με εικόνες πτωμάτων και σκιές ημίγυμνων γυναικείων σωμάτων, καθώς σπαράσσονται από λαγνεία και θάνατο. Ο Εμφύλιος παρουσιάζεται εδώ όχι ως μεγάλη Ιστορία, όπως στην Κάθοδο των εννιά, την Ορθοκωστά και άλλα διηγήματά του, αλλά (και) ως αισθησιακή εμπειρία, βίαιη, παραβατική, ιερόσυλη, τραυματική. Ηδη από το Ημερολόγιο 1836-2011 (2001) αλλά και τον παλαιότερο «Εθισμό στη νικοτίνη» (1979) ο συγγραφέας είχε αφήσει ανοικτή την αφηγηματική πρόκληση μιας συνέχειας πάνω στις φευγαλέες εικόνες γυναικείου γυμνού που διαπλέκονται με τον ωμό ρεαλισμό του νεκρού σώματος.

Οι ήρωες στη Νέα Σελήνη, με βαθύ αίσθημα εγκόσμιας και σωματικής ενοχής, παρακολουθούν τη ζωή να μετατρέπεται σε ρουτίνα θανάτου. Η καθημερινότητα συνεχίζεται σχεδόν κανονικά, ενώ μαίνονται οι εκκαθαριστικές επιχειρήσεις του κυβερνητικού στρατού και καμιόνια, νοσοκομειακά και κάρα μεταφέρουν στους βροχερούς δρόμους της επαρχιακής πόλης προχειροφτιαγμένα φέρετρα και συλληφθέντες υπόπτους. Παράλληλα με τα στρατοδικεία, τις επιτάξεις, τις κηδείες και τις μαυροφορεμένες γυναίκες που περνούν στο φόντο της αφήγησης, ξεσπά σε πρώτο πλάνο το ένστικτο της ζωής∙ εφηβικές ενορμήσεις και σεξουαλικές επιθυμίες, ένας κόσμος των αισθήσεων και των παραισθήσεων, με εξημμένες ερωτικές φαντασιώσεις για τη νεαρή Γαλλίδα καθηγήτρια (γνώριμη από το Ημερολόγιο) και ίμερους για λοχαγίνες, μαμάδες συμμαθητών και μαθήτριες του Θηλέων. Ραβασάκια, ραντεβού, καινούργια παπούτσια και ποδήλατα, κάπνισμα τσιγάρων στα κρυφά, πασατέμπος, σινεμά και σ’ ένα ενιαίο πλάνο-σκηνικό μια χωρική τετραλογία της φρίκης: σιδηροδρομικός σταθμός-πορνείο-νεκροταφείο-αλάνα. Το βιαστικό, το ανεκπλήρωτο, το αμετουσίωτο θεριεύει τους πόθους. Ενας κόσμος άγριων ερεθισμών και ανυπεράσπιστων σωμάτων, ένας εσωτερικός εμφύλιος. Ολα συνεσταλμένα, λογοκριμένα και υπονοούμενα, ένα σύμπαν απαγορεύσεων, αυστηρών κανόνων, πειθαρχίας, περιορισμών, αδιεξόδων. Οι έφηβοι φλέγονται όχι από τις φωτιές του Εμφυλίου, αλλά από σεξουαλική διέγερση που λυτρώνεται μόνο στο τελευταίο κεφάλαιο του βιβλίου, όπου βρίσκουν το θάρρος να μπουν στο πορνείο χωρίς να κομπλάρουν στην εικόνα του εθνικού ποιητή που τους υποδέχεται.

Ο Βαλτινός, γράφοντας ένα δυνάμει μυθιστόρημα για την ενηλικίωση και την ψυχοσυναισθηματική του διαμόρφωση σε χρόνια φρίκης και ταπεινώσεων, μιας εξπρεσιονιστικής εφηβείας, απογυμνωμένης απ’ όσα κατεξοχήν την ορίζουν (ξεγνοιασιά, επιείκεια, αθωότητα), πλαγιοκοπεί τον Εμφύλιο και την Ιστορία, ακινητοποιώντας το φευγαλέο και φιλτράροντας -όπως καλά ξέρει να κάνει- το συλλογικό μέσα στο ατομικό. Τα βιβλία του Βαλτινού αρνούνται επίμονα την ταξινόμηση σε είδη και υπονομεύουν περίτεχνα τις αφηγηματικές συμβάσεις. Εδώ, χωρίς την παιγνιώδη και ειρωνική διάθεση που υιοθέτησε συχνά σε έργα του -ιδίως μετά το 2009- αιφνιδιάζοντας αναγνώστες και κριτικούς, ο συγγραφέας παραμένει τολμηρός, ευρηματικός και ανατρεπτικός, οδηγώντας τον λόγο, τη γλώσσα και την έκφραση σε μια ολοένα και πιο απογυμνωμένη λιτότητα που πλησιάζει τη σεναριακή γραφή.

Τα υλικά του είναι γνωστά: μνήμη, αφήγηση, γλώσσα, χώρος. Η τεχνική επίσης γνωστή: κινηματογραφική γραφή, μοντάζ, δαιμονική αίσθηση ροής του λόγου, σκηνοθετημένη αφήγηση, επιμονή στην απόδοση της ατμόσφαιρας, ασκημένο βλέμμα-κάμερα που κινείται και παρατηρεί, όπως στο nouveau roman. Η ποιητική του παραμένει ελλειπτική και σκόπιμα ασύνδετη, με αξιοζήλευτη οικονομία και κοφτό λόγο. Η γλώσσα, τρυφερή, σμιλεμένη, γοητευτική. Η αναγνωστική συγκίνηση προκύπτει από περίπλοκες διαδρομές, αποδραματοποιημένα και χωρίς συναισθηματικούς χρωματισμούς. Εικόνες συλλογικής μνήμης ανακαλούνται ακαριαία στον αναγνώστη που προσπαθεί να θυμηθεί από πού του έχουν εντυπωθεί: ταινίες του Αγγελόπουλου, φωτογραφικά λευκώματα, ιστορικά και λογοτεχνικά βιβλία, οικογενειακές αφηγήσεις; Από τις πιο εναργείς αφηγηματικά σκηνές είναι εκείνη που περιγράφεται στο μικρότερο κεφάλαιο του βιβλίου (κεφ. 10), μόλις οκτώ αράδες, όπου οι πόρνες στο περίφραχτο σπίτι, «ακολουθώντας την αρχαία παράδοση του επαγγέλματός τους, έχουν πλύνει τα πρόσωπα των νεκρών στρατιωτών και τους έχουν κλάψει. Και όλων τα κεφάλια αναπαύονται πάνω σε μικρά μαλακά μαξιλάρια» (σ. 45). Ερωτας και θάνατος, οι αιώνιοι πόλοι της λογοτεχνίας, σε μια καθόλου ρομαντική συναρμογή.

Ο Βαλτινός είναι συγγραφέας με πλάνο. Η φήμη και η καταξίωση του δίνουν την άνεση και την ευχέρεια να ανασκαλεύει συγγραφικές εμμονές, διεκδικώντας την όποια πρωτοτυπία μέσω της φόρμας και όχι από τα θέματά του, που άλλωστε επαναλαμβάνονται, για κάποιους ίσως σχεδόν κουραστικά. Η έννοια του μοντάζ, εν προκειμένω, δεν αφορά μόνο μια εσωτερική κατανομή διαδοχικών εικόνων στα πενήντα πέντε αριθμημένα, άνισα, κεφάλαια του βιβλίου, αλλά μια σκηνοθετική ανακατανομή γνωστών επεισοδίων από προηγούμενα βιβλία σε συγκερασμό με νέες προσθήκες που παράγουν εντέλει μια καινούργια αφήγηση. Αυτή η περικύκλωση της ακινητοποιημένης μνήμης από μια σεναριακή δομή, ένας νέος αφηγηματικός αναβαθμός, είναι η πρόταση του Βαλτινού. Οπως λέει ο φιλόλογος Βόγαρις στο βιβλίο, απηχώντας τη συγγραφική φωνή: «Μερικά πράγματα τα ανακαλύπτουμε μόνο αφού έχουμε απομακρυνθεί πολύ απ’ αυτά. Ας πούμε, η συνείδηση της εφηβείας…» (σ. 145).