Υπό σκιάν
Δώδεκα συγγραφείς γράφουν ένα πρωτότυπο καλοκαιρινό διήγημα. Διηγηματογράφοι και μυθιστοριογράφοι θέτουν στο κέντρο της μυθοπλασίας τους μια θερινή εμπειρία στο εδώ και τώρα. Εκ των πραγμάτων, η ιστορία τους καθορίζεται, σε μικρότερο ή μεγαλύτερο βαθμό, από τη ρευστή και δυσοίωνη πραγματικότητα (πανδημία, πόλεμος Ουκρανίας, παγκόσμια αστάθεια κτλ).
Δώδεκα ιστορίες που θα μας συντροφεύσουν ώς τον Σεπτέμβριο, κουρδισμένες σε διαφορετική, όπως ήταν αναμενόμενο, τονικότητα: νοσταλγική, ειρωνική, δύσθυμη, πολιτική, ενδοσκοπική, ανατρεπτική, παρηγορητική.
Το Ανοιχτό Βιβλίο, κι αυτό το καλοκαίρι, εκτός από αναγνωστική πυξίδα σάς προσφέρει και αναγνωστική απόλαυση – μια παράδοση που άρχισε από συστάσεως της «Εφ.Συν.», από συστάσεως αυτών των σελίδων.
Μετά τον Αλέξη Πανσέληνο, τον Ιάκωβο Ανυφαντάκη, τη Μαριαλένα Σεμιτέκολου, τον Γιώργο Κυριακόπουλο, την Παναγιώτα Δημοπούλου, την Ελιάνα Χουρμουζιάδου και τον Τάκη Καμπύλη, συνεχίζει ο Θανάσης Σταμούλης.
Κάποια στιγμή σου ζητάνε να γράψεις ένα σύντομο διήγημα. Δέχεσαι. Σου έρχεται η ιδέα αλλά το διήγημα απλώνεται σε κατευθύνσεις που δεν μπορείς να ελέγξεις. Ετσι, γράφεις το σχέδιο του διηγήματος και το χώνεις στο συρτάρι σου. Ισως μια μέρα, σκέφτεσαι, να το βρει κάποιος επίδοξος συγγραφέας και να το γράψει αντί για σένα.
Αν πράγματι μια μέρα ένας επίδοξος συγγραφέας έβρισκε το σχέδιο του διηγήματός σου, το πρώτο που θα πρόσεχε ήταν ότι σκόπευες να αρχίσεις την ιστορία σου μια καυτή καλοκαιρινή μέρα, με τον ήλιο να λιώνει την άσφαλτο και τον κόσμο να αναζητά καταφύγιο σε κλιματιζόμενες αίθουσες και υπόστεγα. Αμέσως μετά θα πρόσεχε ότι σκόπευες να μεταφέρεις τη δράση στο μπαλκόνι μιας πολυκατοικίας. Σε εκείνο το σημείο, ο επίδοξος συγγραφέας, θα διάβαζε το εξής απόσπασμα: Η Κωνσταντίνα στο απέναντι μπαλκόνι αερίζει τα καλοκαιρινά ρούχα του άντρα της.
Τα μανίκια και τα μπατζάκια τους τεντώνονται προς τον δρόμο, θέλουν να το σκάσουν μακριά της. Αν κάποιος περαστικός σηκώσει το κεφάλι του, εκείνα θα πέσουν στο έδαφος, όπως πέφτει μια τρίχα από το κεφάλι. Επειτα, ο επίδοξος συγγραφέας, θα μάθαινε ότι ο άντρας της αρρώστησε το προηγούμενο καλοκαίρι και πέθανε ως ακόμα ένας αριθμός σε έναν θάλαμο νοσοκομείου και θα καταλάβαινε ότι αυτός ο θάνατος δεν ήταν τίποτα άλλο για σένα πέρα ένα λογοτεχνικό τέχνασμα, ένα τέχνασμα που θα χρησιμοποιούσες μόνο και μόνο για να δείξεις ότι η Κωνσταντίνα ποτέ δεν τον αγάπησε στα σαράντα χρόνια που έζησε πλάι του.
Αποφασισμένος να χτίσεις μια κάπως ιδιαίτερη πλοκή, θα συνέχιζες σχεδιάζοντας να μετατρέψεις την Κωνσταντίνα από μια γυναίκα θλιμμένη και μαθημένη να προσαρμόζεται στους κανόνες του άντρα της, σε μια κεφάτη γυναίκα αποφασισμένη να πάρει τη ζωή της στα χέρια της. Αυτή η αλλαγή δεν θα πολυάρεσε στη γειτονιά. Μάλιστα κάποιοι θα υποστήριζαν ότι κάτι κρύβει, ίσως και να έλεγαν, Μας πλησιάζει επειδή, τώρα που έμεινε μόνη της, έχει την ανάγκη μας. Θα τους έβαζες να της κάνουν αδιάκριτες ερωτήσεις, που εκείνη, παρά την ντροπή της, θα προσπαθούσε να απαντήσει, θα πάλευε να βρει τη «σωστή απάντηση» ώστε να εξηγήσει και να δικαιολογήσει την αλλαγή στη συμπεριφορά της.
Σύντομα όμως η Κωνσταντίνα θα αντιλαμβανόταν ότι κάτι τέτοιο ήταν αδύνατο, ότι ανάμεσά τους, τα προηγούμενα χρόνια, είχε δημιουργηθεί ένα μεγάλο και βαθύ χάσμα που ουσιαστικά ήταν αξεπέραστο. Ετσι, παρασυρμένη από τα γεγονότα, θα κλεινόταν σπίτι της, έχοντας μοναδική συντροφιά την τηλεόραση και τις αναμνήσεις της.
Με περιγραφές αυτής της μοναχικής ζωής θα έφτανες πάλι πίσω στην αφετηρία, θα έφτανες σε εκείνη την καυτή μέρα όταν ο ήλιος έκαιγε την άσφαλτο και ο κόσμος αναζητούσε καταφύγιο σε κλιματιζόμενες αίθουσες και υπόστεγα, θα έβαζες μια κοπέλα να διαβάζει κάτω από την παχιά σκιά ενός δέντρου και μια παρέα αγοριών να περνά από μπροστά της γελώντας, σπρώχνοντας το ένα το άλλο και παίζοντας μπουγέλο. Και θα έκλεινες το διήγημα με την Κωνσταντίνα να παρακολουθεί τηλεόραση στο μπαλκόνι, να παρακολουθεί ατάραχη εικόνες από μέτωπα πολέμου, από δάση που καίγονται και θάλασσες που ματώνουν. Κατά μια έννοια, θα την έβαζες να σκέφτεται κλείνοντας το διήγημα, και ο θάνατος ζωή είναι.
Ή με περιγραφές αυτής της μοναχικής ζωής θα έφτανες πάλι πίσω στην αφετηρία κ.λπ. κ.λπ. κ.λπ., και θα έκλεινες το διήγημα με την Κωνσταντίνα να κρεμάει ακόμα ένα λευκό πουκάμισο στο σχοινί. Θα έκλεινες το διήγημα έτσι: Το φως περνάει μέσα από το πουκάμισο, μέσα του όμως δεν υπάρχει τίποτα. Η Κωνσταντίνα δεν το βλέπει, επειδή κοιτάει τον ουρανό, όπως κοιτάζει κανείς το είδωλό του στον καθρέφτη.
Ή μπορεί ο επίδοξος συγγραφέας να έβρισκε ένα καλύτερο τέλος από τα δικά σου.
Ομως γνωρίζεις καλά πως κανένας δεν θα βρει το σχέδιο του διηγήματός σου. Για να κρύψεις την απογοήτευσή σου, σηκώνεσαι και πηγαίνεις στο παράθυρο. Η σιλουέτα της Κωνσταντίνας κόβει βόλτες στο μπαλκόνι. Δεν μπορείς να διακρίνεις το πρόσωπό της επειδή ο ήλιος σε τυφλώνει.
