Η πορεία μεταμόρφωσης του 1922 στον κατ’ εξοχήν τόπο μνήμης για τους Ελληνες ήταν γεμάτη υπερβολές ή αποσιωπήσεις, διαστρεβλώσεις και τυφλά σημεία. Ταλάνισε την πολιτική, ακολούθησε τις διακυμάνσεις των ελληνοτουρκικών σχέσεων και οξύνθηκε αντανακλαστικά μετά το 1989. Κι όμως, ο «ανιστόρητος θρήνος» έπρεπε να ιστορηθεί για να κατανοηθεί, και η πεζογραφία εντόπισε πρώτη ρωγμές στην εθνική αφήγηση, αναγνώρισε στερεότυπα, έστερξε να διαβάσει προσεκτικά τον «μύθο» του άλλου (Τούρκος) και επινόησε διαδικασίες ενσωμάτωσης του «ξένου» (πρόσφυγας) σε μια συνεκτική εθνική προοπτική. Απέναντι στη «λογοκρισία» της επίσημης Ιστορίας, απέναντι στη σοβινιστική υπερπληθώρα στερεοτυπικού λόγου και παρά τις «κρυφές» λογοτεχνικές αναθεωρήσεις (Στρατής Δούκας, Ηλίας Βενέζης), η δημιουργική πεζογραφία στάθηκε βασικός διαμεσολαβητής, ίσως μάλιστα ο πιο ακριβοδίκαιος, για την κατανόηση του τραύματος και τον εθνικό αναστοχασμό.
Το 1922 αποτέλεσε μια μαύρη τρύπα που λειτούργησε υπόγεια σε πολλά κείμενα. Ο τριακονταετής πόλεμος του Αλέξανδρου Κοτζιά αρχίζει ουσιαστικά στη Μικρασία, καθώς ο συνεργάτης των Γερμανών Μηνάς Παπαθανάσης της Πολιορκίας (Κέδρος, 1953) από εκεί –πριν από το Κονγκό (!)– ξεκινά δεκαεφτάχρονος λοχίας την πολύπλευρη δραστηριότητά του. Εκεί ανατρέχει νοσταλγικά («Θυμήθηκε τη μεγάλη εκστρατεία με τους συντρόφους του. Μαζί με το λιγοστό ψωμί και τα βόλια μοίραζαν και την καρδιά τους») στον πρωταγωνιστικό του ρόλο του σε αδιανόητες θηριωδίες («μαντράκωσε τους τουρκαλάδες στο τζαμί»).
Το κακό πηγάζει από τη Μικρασία και στον Κήπο των Πριγκίπων (1966) του Νίκου Μπακόλα, ο οποίος, σε μια περίεργη αναλογία, μετέφερε τον μύθο των Ατρειδών στα χρόνια της Μικρασιατικής Καταστροφής, για να διερευνήσει την ιστορία της εκφυλισμένης «οικογένειας» Ιατρίδη μεταξύ 1918-1935. Ισως ακόμα και το ότι ο Τζον Αυλακιώτης του Γιάννη Μαρή (Η εξαφάνιση του Τζων Αυλακιώτη, 1976, Αγρα 2021) αρχίζει τη δραστηριότητά του στη Σμύρνη ηχεί ως μακρινή ανάμνηση του πολυμήχανου Δημητρίου που έδρασε στα Βαλκάνια του Μεσοπολέμου (Ερικ Αμπλερ, Η Μάσκα του Δημητρίου, 1939).
Σίγουρα, όμως, εκεί έχουν την αφετηρία τους οι ασφυκτικές ιστορίες εγκλεισμού [από το Ανθρωποι και σπίτια (Κέδρος, 1955) του Αντρέα Φραγκιά μέχρι τη θεατρική Αυλή των θαυμάτων (1957) του Ιάκωβου Καμπανέλλη] που αποτυπώνουν το αδιέξοδο της ελληνικής κοινωνίας του Μεταπολέμου.
Καθόλου τυχαία μπήκαμε στον δυστοπικά ανατέλλοντα αιώνα μας με μια σχεδόν «ωμή» αντιηρωική έμφαση στη φρίκη του πολέμου. Από το Συναξάρι του Ανδρέα Κορδοπάτη Βιβλίο Δεύτερο Βαλκανικοί-’22 (Εστία, 2000) του Θανάση Βαλτινού και την «αισχρή διαγωγή» μας στα κατεχόμενα εδάφη, μέχρι και το σχεδόν φυσικό «λουτρό αίματος» στο Γκιακ (Αντίποδες 2014, Πατάκης 2020) του Δημοσθένη Παπαμάρκου: ωμότητες και αντεκδικήσεις, γνωστές ήδη από τις μη λογοτεχνικές μαρτυρίες της εποχής που ξαναδιαβάσαμε (Χρήστος Καραγιάννης, Μάρκος Αυγέρης, Νίκος Βασιλικός).
Και ενώ δεν έλειψαν οι προσπάθειες ένταξης σε μια εκσυγχρονιστική αφήγηση της ελληνικής κοινωνίας (Νίκος Θέμελης), αλλά και ο αντίλογος (Γιάννης Παπαγιάννης) ή το δράμα των Τουρκοκρητικών (Ρέα Γαλανάκη) και του Γιορουλμάζ που συμπεριλαμβάνει και ο Solup στο Αϊβαλί (Κέδρος, 2014), ο χορός των νέων εκδόσεων άνοιξε πέρσι με το Αιώνιο καλοκαίρι (Βακχικόν, 2021) του Θάνου Γιαννούδη, ένα βέβηλο μεγαλοϊδεατικό matrix που αρχίζει ως εναλλακτική Ιστορία (η Θεσσαλονίκη ανήκει στη Βουλγαρία και η Σμύρνη είναι ελληνική) σε μια μετακόβιντ εποχή, για ν’ αποδειχθεί το όνειρο ενός υπεραιωνόβιου που πεθαίνει σε νοσοκομείο της Αθήνας.
Αν στις πολεμικές ακρότητες φτάνει κανείς στη φρίκη του πολέμου όπως την αποδίδει επιγραμματικά ένας πρόσφυγας («Τι είδες; Τι να δω; Φωτιά και μαχαίρι»), με την Ανταλλαγή των Πληθυσμών βρισκόμαστε στην καρδιά του σκότους της ίδιας της Ευρώπης των εθνών.
Η σειριακή ανάγνωση της πεντάτομης συλλογής μαρτυριών Η Εξοδος (Κέντρο Μικρασιατικών Σπουδών) που ολοκληρώθηκε το 2016 με την επαναληπτική τριμερή δομή (παρελθόν και πρώτα σύννεφα, πόλεμος και Ανταλλαγή, προσφυγιά), αποκτά την κανονικότητα ενός έπους, αλλά, φυσικά, αντίστροφου. Τι μπορεί αυτή η αδιανόητη «ανθρωπιστική καταστροφή» ν’ αποκαλύψει πραγματικά για την ιστορία εκείνων που στοιβάχτηκαν στα καταστρώματα ή τα αμπάρια του «Μεγάλη Ελλάς» (!), την ώρα που οι «άλλοι» θαλασσοπνίγονταν σ’ αυτά του «Gul Cemal»; Γιατί (οφείλουμε να) λέμε και (να) ξαναλέμε αυτές τις ιστορίες;
Η λογοτεχνία ως βιωμένη μνήμη που μεταμορφώνεται σε πολιτισμική ιστορία συνέβαλε στη συγκρότηση της προσφυγικής μνήμης, η οποία, με τη σειρά της, μέσα από δολιχοδρομήσεις, ρήξεις και ασυνέχειες, έμελλε να εγγραφεί ανεξίτηλα στην εθνική μνήμη. «Σήμερα είμαστε όλοι πρόσφυγες», καταλήγει η Αιμιλία Σαλβάνου στη σχετική μελέτη της. Νομίζω, όπως συμβαίνει σε ό,τι ο Περέκ θα ονόμαζε «δυνητική μνήμη», είναι φανερό ότι στη μοίρα των προσφύγων που κλονίστηκε από τη μεγάλη Ιστορία αντικρίζουμε το προσωπικό πεπρωμένο μας, και στη δύσκολη διεθνώς συγκυρία μια «πιθανή αυτοβιογραφία μας».
* Ο Α. Σαΐνης είναι φιλόλογος, κριτικός λογοτεχνίας και βιβλιοπώλης
