ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Ελενα Μαρούτσου
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Τρία χρόνια μετά το διήγημα «Ο αχυρώνας φλέγεται», του Ουίλιαμ Φόκνερ (Κίχλη, 2018) πάλι σε μετάφραση Γιάννη Παλαβού, είχαμε από τις ίδιες εκδόσεις και τον ίδιο μεταφραστή ακόμη ένα εκτενές διήγημα του Αμερικανού νομπελίστα, το «Κόκκινα φύλλα». Ετσι, πλάι στα εμβληματικά μυθιστορήματα που τον καθιέρωσαν (Η βουή και η μανία, Αβεσσαλώμ, Αβεσσαλώμ, Καθώς ψυχορραγώ κ.ά.), έχουμε πλέον και δύο διηγήματά του που αποτελούν κατά κοινή ομολογία κορυφαία έργα μικρής φόρμας του συγγραφέα, μεταφρασμένα υποδειγματικά όσον αφορά τη μεταφορά του ύφους και του πνεύματος του πρωτότυπου.

Το «Κόκκινα φύλλα», ένα από τα πρώιμα έργα του Φόκνερ, πρωτοδημοσιεύτηκε στη Saturday Evening Post, όταν ο συγγραφέας ήταν ακόμη νέος και εν πολλοίς άγνωστος, όμως η κριτική υποδοχή του ήταν τόσο θερμή που το καθιέρωσε σύντομα ως ένα από τα υψηλότερα επιτεύγματα του Φόκνερ στον χώρο της διηγηματογραφίας.

Η πλοκή λαμβάνει χώρα στη Γιοκναπατάουφα (επινοημένος τόπος όπου διαδραματίζονται και άλλα έργα του συγγραφέα) και ξεκινά in medias res: δύο Ινδιάνοι, ο Τρία Μπάσκετ και ο Λούι Μπέρρυ, κατευθύνονται προς τους κοιτώνες των σκλάβων της φυτείας, ψάχνοντας να βρουν τον σκλάβο που ήταν στην υπηρεσία του Ισσετιμπέχα, του αρχηγού της φυλής, καθώς ο τελευταίος μόλις έχει πεθάνει και το έθιμο επιτάσσει να θαφτούν μαζί του ο σκύλος, το άλογο και ο μαύρος σκλάβος του. Ο σκλάβος όμως είναι άφαντος.

Η συνέχεια του διηγήματος αποτελεί χαρακτηριστικό δείγμα της σύνθετης, μοντερνιστικής γραφής του Φόκνερ: πολυεστιακή αφήγηση, μεταπηδήσεις από την οπτική γωνία των Ινδιάνων σε αυτή του δραπέτη σκλάβου, διαδοχικές αναδρομές ώστε να πληροφορηθούμε την προγονική ιστορία του Ισσετιμπέχα. Πώς δηλαδή ο πατέρας του έφτασε στη Νέα Ορλεάνη και «ανάμεσα στους τζογαδόρους και τους μαχαιροβγάλτες του λιμανιού, ο Ντουμ, υπό την καθοδήγηση του πάτρωνά του, παρουσιάστηκε ως ο φύλαρχος, ο Αντρας, ο κληρονομικός ιδιοκτήτης της γης που ανήκε στην πατρική γραμμή της οικογένειας. […] Κατόπιν ο Ντουμ άρχισε να αποκτά κι άλλους σκλάβους και να καλλιεργεί ένα μέρος της γης του, κατά το πρότυπο των λευκών». Η δουλοκτησία, οι ταξικές και φυλετικές ανισότητες στον Αμερικάνικο Νότο και ο ρατσισμός, αποτελούν κεντρικά μοτίβα στο έργο του Φόκνερ. Το ενδιαφέρον όμως σε αυτό το διήγημα όπου πρωταγωνιστούν οι λευκοί, οι Ινδιάνοι και οι μαύροι σκλάβοι είναι το πορτρέτο των Ινδιάνων που εμφανίζονται πολιτισμικά εκφυλισμένοι, βουλιμικοί μιμητές των ηθών των λευκών. Οι αυτόχθονες της Γιοκναπατάουφα είναι ράθυμοι, πλαδαροί, αποχαυνωμένοι, χαρακτηριστικά που φτάνουν σε γκροτέσκα αποκορύφωση στο πρόσωπο του Μοκετούμπε, γιου του Ισσετιμπέχα και κληρονόμου της αρχής του: «Μόλις που ξεπερνούσε το ενάμισι μέτρο και ζύγιζε εκατόν δέκα κιλά. Φορούσε ένα τσόχινο παλτό δίχως πουκάμισο και η σφαιρική, στιλπνή και χαλκόχρωμη κοιλιά του, ίδια με μπαλόνι, χυνόταν πάνω από το σώβρακο της λινοστολής του. Στα πόδια είχε τις παντόφλες με το κόκκινο τακούνι. […] Η έκφρασή του ήταν στοχαστική, τραγική και απαθής».

Γιατί όμως ο Φόκνερ επέλεξε να πλάσει μια εικόνα τόσο μακριά από αυτές που είθισται να συνοδεύουν τους Ινδιάνους και μάλιστα αποδίδοντάς τους έθιμα όπως αυτό του κανιβαλισμού ή της ανθρωποθυσίας, για τα οποία δεν έχουμε καμιά ιστορική μαρτυρία; Ο Παλαβός στο κατατοπιστικό επίμετρο επιχειρεί την εξής ερμηνεία: Ισως στα «Κόκκινα φύλλα», την πρώτη του απόπειρα να καταπιαστεί με το θέμα της δουλοκτησίας, να μην είχε το θάρρος να εκφραστεί ανοιχτά, και έβαλε στο μυθοπλαστικό του στόχαστρο τη φυλή των αυτοχθόνων αντί αυτή των λευκών, καθώς το αντίστροφο θα γινόταν δύσκολα αποδεκτό από τους αναγνώστες.

Ωστόσο το διήγημα δεν έχει μόνο στόχο τη στηλίτευση ή διακωμώδηση αυτού του εκφυλισμού. Από τα μέσα περίπου της πλοκής και στη συνέχεια ο σατιρικός τόνος δίνει τη σκυτάλη στον δραματικό, καθώς οι δύο Ινδιάνοι αρχίζουν να κυνηγούν τον σκλάβο που έχει δραπετεύσει για να ξεφύγει από τον θάνατο. Η έκβαση της καταδίωξης αυτής είναι εκ των πραγμάτων προδιαγεγραμμένη και έτσι η λαχτάρα του σκλάβου να κρατηθεί στη ζωή, έστω και για λίγες μέρες ή λίγες ώρες, στο τέλος για λιγοστές ακόμη στιγμές, προσδίδουν στο διήγημα αλληγορική διάσταση καθιστώντας το μια μεταφορά για το αναπότρεπτο του θανάτου. Ετσι η σπαρακτική αγωνία του σκλάβου μπροστά στον ανοιχτό τάφο καθρεφτίζει την υπαρξιακή αγωνία μπροστά στη θανατική καταδίκη, την κοινή μοίρα κάθε ανθρώπου. Τα κόκκινα φύλλα του φθινοπώρου είναι προορισμένα να πέσουν στη γη.