Κατρίν Καρυπίδoυ
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Γεννημένος το 1983, 32 ετών σήμερα, με πλειάδα εκδόσεων και υποψηφιοτήτων στο ενεργητικό του, ο Πάολο ντι Πάολο έχει χαρακτηριστεί το θαύμα των ιταλικών γραμμάτων. Στο «Δώσε μου λίγη ζωή», ο συγγραφέας δοκιμάζεται στο γραμματειακό είδος της μυθοπλαστικής βιογραφίας, στην οποία παρακολουθούμε μυθιστορηματικά δοσμένα στιγμιότυπα του σύντομου, αλλά αγωνιστικού βίου του αντιφασίστα διανοούμενου και μαχητικού αντικαθεστωτικού δημοσιογράφου Πιέρο Γκομπέτι (1901-1926), ώς την πρόωρη μετάβασή του στο επέκεινα. Ταυτόχρονα, όμως, σε πρώτο πλάνο, το έργο συνιστά και ένα μυθιστόρημα μαθητείας, καθώς οι αναγνώστες γίνονται μάρτυρες της ηθικής και συναισθηματικής ενηλικίωσης των πρωταγωνιστών. Η ειδολογική αυτή διφυΐα αποδίδεται, ακριβώς, στην αντιστικτική παρακολούθηση του πρωταγωνιστικού ζεύγους. Ο παντογνώστης αφηγητής εναλλάσσει επιδέξια την προβολή των ιστοριών, ενώ η χρήση του ενεστώτα και η εξιστόρηση σε τρίτο πρόσωπο προσδίδουν παραστατικότητα και ζωντάνια, αίροντας την υποκειμενικότητα προς επίρρωση της αληθοφάνειας. Καταξιωμένος και πολύπειρος μεταφραστής, ο Ανταίος Χρυσοστομίδης γυρίζει ανάγλυφα στη νέα ελληνική το νέο βιβλίο τού Ντι Πάολο, εμπλουτίζοντας, για άλλη μια φορά, τους γραμματολογικούς δεσμούς των δύο χωρών.

Ενηλικίωση μέσα στη δίνη του φασισμού

Βρισκόμαστε στη φασιστική Ιταλία του 1926∙ πρωταγωνιστές της ιστορίας δύο νεαροί άνδρες, ο Πιέρο, νεαρός διανοούμενος, πρωταγωνιστική φιγούρα του φοιτητικού κινήματος, με ενεργό αντιφασιστική δράση, και ο Μοράλντο, ένας άσημος και εσωστρεφής φοιτητής, θεατής των εξελίξεων, θεατής της ίδια του της ζωής. Ο τελευταίος ελκύεται από τη μαχητική προσωπικότητα του Πιέρο, τον αντιπαθεί και συνάμα τον θαυμάζει, ενώ σύντομα η γοητευτική του περσόνα θα αποτελέσει για τον Μοράλντο ένα επιδραστικότατο πρότυπο διανοητικότητας και πάθους για τα ιδανικά. Το γεγονός ότι και οι δύο νέοι έλκουν την καταγωγή τους από τα χαμηλά κοινωνικά στρώματα εξυψώνει στα μάτια του συνεσταλμένου Μοράλντο τον Πιέρο, δίνοντάς του, ταυτόχρονα, την πεποίθηση ότι μπορεί κι εκείνος να τα καταφέρει. Μολονότι οι δύο νέοι δεν θα ανταλλάξουν παρά ελάχιστες, τυχαίες κουβέντες, λίγο πριν από το τέλος, χωρίς ο ένας να γνωρίζει τον θαυμασμό του άλλου, η συντυχία τους κρίνεται καθοριστική για τον μυθιστορηματικό ήρωα του έργου.

Η Αντα, σύντροφος του Πιέρο, και η Καρλότα, διαφεύγον αντικείμενο του πόθου για τον Μοράλντο, είναι οι ελάσσονες πρωταγωνίστριες του μυθιστορήματος, που λειτουργούν, ωστόσο, παραπληρωματικά απέναντι στο δίπολο των ηρώων. Τρυφερή, μετρημένη, γεμάτη κατανόηση και ανυστερόβουλη αγάπη για τον σύντροφό της, η Αντα καταστέλλει τον άδολο, σχεδόν παιδικό συναισθηματισμό της για τον Πιέρο και στέκεται καρτερική συνοδοιπόρος στο όραμα και το πάθος του συντρόφου της για δημοκρατία. Σχεδόν ασκητική, παραιτείται σταδιακά από κάθε έννοια ατομικής διεκδίκησης εντός των ερωτικών τειχών και χωρίς να της ζητηθεί, συντροφεύει τον Πιέρο κατά τη διαμόρφωση της προσωπικής του μυθολογίας από το παρασκήνιο. Αντεστραμμένο είδωλό της η Καρλότα, δυναμική, απρόθυμη να εγκλωβιστεί σε αισθηματολογίες και πλαίσια, αμύνεται χάριν αυτοσυντήρησης, όπως ακριβώς και ο Πιέρο, στη διαταρακτική και ενεργοβόρο περιπέτεια που λέγεται «έρωτας». Η Καρλότα ταξιδεύει, ασκεί επάγγελμα, κάνει έρωτα, στα 1926, στην Ιταλία του Μουσολίνι, διασκεδάζοντας το κοινωνικό της φύλο. Ο ετερώνυμος, για κάθε ζεύγος, ψυχισμός των γυναικών θα σταθεί καταλυτικός για την εξέλιξη των πρωταγωνιστών.

Κοινή ερωμένη των δύο πρωταγωνιστών, η πόλη. Εμβληματικός flâneur, σε αλκοολική σχέση με το Τορίνο, ο Μοράλντο διατρέχει συνεχώς την κοσμοβριθή πολιτεία, βρίσκει καταφύγιο στο ανώνυμο πλήθος, βοτανολογώντας στην άσφαλτο. Οι διαρκείς αναφορές σε δρόμους, πλατείες, πάρκα, δημόσια κτίρια, η απόλυτη συνάφεια κάθε κίνησής του με ευθείες και απαράληπτες αναφορές σε τοπόσημα αναδεικνύουν το Τορίνο σε κατεξοχήν πόλη της λογοτεχνίας. Αντιστοίχως, η εγκατάλειψη της επαρχιακής πόλης και η καταφυγή του Πιέρο στο μητροπολιτικό Παρίσι δικαιώνει πανηγυρικά την εύστοχη διατύπωση πως η επανάσταση, ως αίτημα ανατροπής και επαναδιαπραγμάτευσης, είναι η εκλεκτή των πόλεων.