Οι Ελληνες, οι Αλβανοί και οι Βρετανοί είχαν έως πρόσφατα ένα κοινό σημείο: και οι τρεις λαοί ήταν οι πλέον μανιταροφοβικοί σε σχέση με τους υπόλοιπους λαούς της Ευρώπης.
Το γεγονός είναι άξιο απορίας, ειδικά για τους Ελληνες, αφού οι αρχαίοι πρόγονοί μας ήταν αυτοί που όχι μόνο κατανάλωναν μανιτάρια αλλά περιέγραψαν εκτενώς τους μύκητες, όπως είναι ο όρος που η αρχαία ελληνική γλώσσα χρησιμοποιεί για τα μανιτάρια και την έχει υιοθετήσει η παγκόσμια μυκητολογική κοινότητα.
Μάλιστα, στη σύγχρονη επιστημονική ορολογία για τους μύκητες χρησιμοποιούνται λέξεις της ελληνικής γλώσσας ή που προέρχονται από αυτήν
Από τα 7.000 είδη μακρομυκήτων που υπάρχουν στην Ελλάδα μόνο μερικές δεκάδες παρουσιάζουν γαστρονομικό ενδιαφέρον.
Τα τελευταία χρόνια αυτή η κατάσταση έχει μεταβληθεί. Η ελληνική κοινότητα μανιταρόφιλων θεωρείται από τις πιο ενεργές παγκοσμίως.
Πριν από 17 χρόνια συγκροτήθηκε ο πρώτος μανιταροφιλικός σύλλογος στη χώρα, στη δυτική Μακεδονία, με έδρα την Καστοριά.
Από τότε πολλά έχουν αλλάξει, όπως χαρακτηριστικά τονίζει ο Γιώργος Κωνσταντινίδης, πρόεδρος των Μανιταρόφιλων Ελλάδας:
«Την τελευταία δεκαπενταετία, με επίκεντρο τα αυτοφυή μανιτάρια, καταγράφεται στη χώρα μας ένα πρωτοφανές φαινόμενο μανιταροφιλίας, μανιταρογνωσίας και μανιταροανάπτυξης, που συνοδεύεται από αξιοσημείωτη κοινωνική, οικονομική, πολιτισμική και ερευνητική δραστηριότητα. Μικρές οικογενειακές επιχειρήσεις επεξεργάζονται, τυποποιούν και εμπορεύονται αυτοφυή μανιτάρια, η ζήτηση των οποίων παρουσιάζει συνεχώς αύξηση και δεν μπορεί να καλυφθεί μόνο από την εγχώρια παραγωγή».
Σήμερα λειτουργούν «δεκάδες εστιατόρια, ξενώνες και εμπορικές επιχειρήσεις, μουσεία μανιταριών, γιορτές και σεμινάρια που οργανώνουν μανιταροφιλικοί σύλλογοι, ΚΠΕ και ερευνητικά ιδρύματα που, σε συνεργασία με τους ΟΤΑ, ενισχύουν ή προκαλούν σημαντικό ρεύμα επισκεπτών. Ο μανιταροφιλικός τουρισμός στη χώρα μας αποδεικνύεται ιδιαίτερα ελκυστικός, προσοδοφόρος και ελπιδοφόρος, αφού στην Ελλάδα δείξαμε ότι μπορούμε να οργανώνουμε τις πλέον μαζικές, ποιοτικές και πολυδιάστατες γιορτές μανιταριού στην Ευρώπη, συγκεντρώνοντας, στη διάρκεια μίας μόνο μανιταρογιορτής, περισσότερους από 15.000 επισκέπτες από όλο τον κόσμο. Το μανιτάρι πήρε τη θέση στην καθημερινότητα που του άξιζε, παρόλο που πέρασαν αιώνες σκότους και άγνοιας».
Πριν αλλά και μετά την εμφάνιση των συλλόγων, «οι κυβερνήσεις, όλες ανεξαιρέτως, δεν έκαναν το παραμικρό προς την κατεύθυνση της ενημέρωσης των πληθυσμών ώστε να γνωρίζουν και να καταναλώνουν με ασφάλεια τα μανιτάρια».
Οι σύλλογοι, μετά από επίμονη προσπάθεια και σοβαρή δουλειά, σε συνεργασία με επιστήμονες και επαγγελματίες μυκητολόγους των διαφόρων εκπαιδευτικών ιδρυμάτων της χώρας, έχουν καταφέρει να ενημερώσουν χιλιάδες πολίτες για τα άγρια μανιτάρια, οι οποίοι πλέον είναι σε θέση να τα γνωρίζουν και να τα καταναλώνουν με ασφάλεια.
«Οργανώνουμε εκδηλώσεις τοπικής και πανελλήνιας εμβέλειας και ενδιαφέροντος, όπου μας δίνουν την ευκαιρία να θυμηθούμε πως είμαστε πολίτες με συλλογική συνείδηση, κάτι που πλήττεται έντονα τα τελευταία χρόνια και στη χώρα μας και παγκοσμίως. Δυναμώνουμε τη συλλογική συνείδηση, την αίσθηση του πολίτη, σε αντίθεση με αυτήν του ιδιώτη, του απομονωμένου».
Από τα 7.000 είδη μακρομυκήτων που υπάρχουν στην Ελλάδα μόνο μερικές δεκάδες παρουσιάζουν γαστρονομικό ενδιαφέρον.
«Οι περιοχές στις οποίες οι συλλέκτες αντικειμενικά έχουν πρόσβαση δεν φτάνουν ούτε το 10% των δασών της χώρας μας, πράγμα που σημαίνει ότι το 90% των οικοσυστημάτων έτσι κι αλλιώς παραμένει αδιατάραχτο από τη δράση των μανιταροσυλλεκτών. Αυτή η ιδιαιτερότητα καθιστά τη μανιταροφιλία και τη μανιταροσυλλογή εξόχως φιλικές προς το περιβάλλον δραστηριότητες».
Η προστασία των μανιταριών είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με την προστασία των οικοσυστημάτων στα οποία ευδοκιμούν.
«Οι πυρκαγιές, η ανεξέλεγκτη ή παράνομη υλοτομία, η υπερβόσκηση, η υποβόσκηση, η ανεξέλεγκτη λατομική δραστηριότητα, η συλλογή φυτών ή βοτάνων, όταν γίνεται χωρίς την τήρηση των περιβαλλοντικών όρων, ευθύνονται για την υποβάθμιση και την καταστροφή των δασών και παράλληλα για την υποβάθμιση ή και την εξαφάνιση ορισμένων ειδών μανιταριών», μας είπε ο κ. Κωνσταντινίδης.
Κόντρα με τα δασαρχεία
Τα τελευταία χρόνια δασαρχεία σε κάποιες περιφέρειες της χώρας έχουν δημοσιεύσει ρυθμίσεις που περιορίζουν τη συλλογή άγριων αυτοφυών μανιταριών.
Οι μανιταροφιλικοί σύλλογοι καταγγέλλουν την προσπάθεια του υπουργείου Περιβάλλοντος για τη θέσπιση νομοθετικής ρύθμισης που θα διαιωνίσει αυτή την αντιεπιστημονική και παράλογη κατάσταση, όπως τη χαρακτηρίζουν.
Ο Γιώργος Κωνσταντινίδης, πρόεδρος των Μανιταρόφιλων, μας μίλησε για τη συγκεκριμένη ρύθμιση που ετοιμάζεται αλλά και για τη δράση των μανιταροφιλικών συλλόγων της χώρας.
Ερευνες που έχουν πραγματοποιηθεί από πανεπιστήμια, μυκητολόγους και ανεξάρτητους ερευνητές έχουν καταδείξει πως η συλλογή μανιταριών δεν επηρεάζει καθόλου την υγεία και τη δυνατότητα αναπαραγωγής των συγκεκριμένων ειδών.
Τα τελευταία χρόνια όμως κάποια δασαρχεία στην επικράτεια έχουν δημοσιεύσει ρυθμιστικές διατάξεις με τις οποίες θέτουν απαγορεύσεις στη συλλογή των μυκήτων από τους πολίτες.
Οι μανιταροφιλικοί σύλλογοι της χώρας τονίζουν το αντιεπιστημονικό και αυθαίρετο των συγκεκριμένων διατάξεων.
«Θα πρέπει να γνωρίζουμε όλοι πως όταν μαζεύουμε μανιτάρια είναι σαν να μαζεύουμε τα μήλα από τη μηλιά, δεν αφαιρούμε μια βιολογική μονάδα, όπως γίνεται κατά αντιστοιχία στο κυνήγι, στο ψάρεμα ή όταν μαζεύουμε κάποια βότανα και τα εκριζώνουμε», τονίζει ο κ. Κωνσταντινίδης.
«Το σώμα που παράγει τα μανιτάρια, το μυκήλιο, είναι ένα πλέγμα λεπτών νηματοειδών υφών που σχηματίζουν ένα δίκτυο. Θεωρητικά αυτό το δίκτυο είναι αθάνατο και καρποφορεί όταν βρει τις κατάλληλες συνθήκες θερμοκρασίας και υγρασίας. Το μυκήλιο παραμένει μέσα στο υπόστρωμα μετά τη συλλογή. Επομένως, η συλλογή μανιταριών είναι μια διαδικασία συμβατή με την προστασία του περιβάλλοντος, δίνει μια διέξοδο στους φυσιολάτρες ώστε όταν βγαίνουν στο δάσος, στα λιβάδια και στα παραποτάμια οικοσυστήματα να μπορούν να συλλέγουν την τροφή για την οικογένειά τους και τους φίλους τους, χωρίς ενοχές ότι επιβαρύνουν με την παρουσία τους ή με τη δράση τους την ισορροπία, αφαιρώντας βιολογικές μονάδες. Αυτά είναι τα πορίσματα των ερευνών και αυτό δείχνει και η δική μας εμπειρία».
Οι συγκεκριμένες ρυθμιστικές διατάξεις υποδεικνύουν και τον «σωστό» τρόπο συλλογής των μανιταριών, αποδεικνύοντας την άγνοια των συγγραφέων τους.
Οπως χαρακτηριστικά μας είπε ο κ. Κωνσταντινίδης, «προτείνουν να κόβουμε τα μανιτάρια, που είναι η παλιά άποψη. Αποδείχτηκε όμως από πρόσφατες έρευνες ότι ο καλύτερος τρόπος είναι η εκρίζωση του μανιταριού. Πρώτον, για να βλέπουμε τα χαρακτηριστικά της βάσης του, που είναι ιδιαίτερα σημαντικά για την αναγνώριση των θανατηφόρων ειδών, τα οποία έχουν ένα εξέχον χαρακτηριστικό για την αναγνώρισή τους στη βάση του ποδιού. Αν κόψουμε το πόδι και δεν δούμε τη βάση, υπάρχει μεγάλη πιθανότητα για θανατηφόρα δηλητηρίαση.
Δεύτερον, έπειτα από τρεις εργασίες που κάναμε εμείς οι μανιταρόφιλοι, είδαμε πως όταν συλλέγουμε έτσι τα μανιτάρια, το μυκήλιο αυτής της περιοχής βγάζει ξανά μανιτάρια μέσα στην πρώτη εβδομάδα που ακολουθεί, ενώ όταν τα κόβουμε με τον παλιό τρόπο θα ξαναβγάλει μετά από δύο ή τρεις εβδομάδες. Αρα αποδεικνύεται ότι αυτός ο τρόπος είναι καλύτερος και από άποψη ποσότητας και εμφάνισης των μανιταριών. Γι’ αυτό εμείς υποδεικνύουμε τον σύγχρονο τρόπο που όλοι οι σύλλογοι της χώρας και της Ευρώπης προτείνουν και αυτό δείχνει ότι οι συγγραφείς αυτών των διατάξεων δεν πήραν υπ’ όψιν τους αυτές τις έρευνες και μελέτες, γι’ αυτό και τις επισυνάπτουμε [1, 2, 3, 4]».
Ο κ. Κωνσταντινίδης ζει στα Γρεβενά, την «πόλη των μανιταριών» όπως έχει χαρακτηριστεί.
Η ευρύτερη περιοχή της δυτικής Μακεδονίας φιλοξενεί τα πιο εκτεταμένα δρυοδάση της χώρας και εξαιτίας των κλιματικών συνθηκών που επικρατούν είναι πλούσια σε καρποφορία μανιταριών.
«Εδώ, την περίοδο της Κατοχής και του Εμφυλίου που ακολούθησε, ο πληθυσμός της περιοχής μας κυριολεκτικά επιβίωσε χάρη στα άγρια μανιτάρια. Τα συλλέγανε σε πολύ μεγάλες ποσότητες, όπως λένε αυτόπτες μάρτυρες από τα γύρω χωριά, και δεν άφηναν κανένα μανιτάρι το οποίο γνώριζαν, μάζευαν ακόμα και είδη που δεν γνώριζαν γιατί έπρεπε να επιβιώσουν. Αν κάποιος μεταβεί σε αυτήν την περιοχή μετά από εβδομήντα χρόνια και κάτι, θα εκπλαγεί με τον μεγάλο αριθμό μανιταριών που καρποφορούν και το συμπέρασμα που προκύπτει είναι πως μετά από τόσα χρόνια και παρά την εντατική συλλογή τους, όχι μόνο δεν έχουν μειωθεί αλλά αποτελεί αναμφισβήτητα την πλουσιότερη περιοχή μανιταριών στη χώρα».
Οι βαλκανικές χώρες που αποτελούν το γειτονικό μας οικοσύστημα, όπως και οι χώρες της Σκανδιναβίας, δεν έχουν θεσπίσει κανέναν περιορισμό στη συλλογή των μανιταριών.
«Περιορισμοί υπάρχουν σε κάποιες χώρες της κεντρικής Ευρώπης όπου τα δάση, μετά από κακή χρήση αιώνων, έχουν υποστεί συστηματική υποβάθμιση. Εκεί υπάρχει πρόβλημα, όχι εξαιτίας των μανιταριών, αλλά εξαιτίας άλλων κακών πολιτικών που διατάραξαν τα οικοσυστήματα. Εδώ δεν υπάρχει τέτοιο πρόβλημα, δεν υπάρχει κανένας λόγος να ελεγχθεί ή να περιοριστεί η συλλογή μανιταριών, γι’ αυτό ενημερώνουμε τα συναρμόδια υπουργεία ότι είμαστε αντίθετοι με αυτές τις διατάξεις που ισχύουν και με τη γενίκευση αυτών των διατάξεων».
Οπως τονίζεται, «η διαχείριση των αυτοφυών μανιταριών σχετίζεται άμεσα με την αειφόρο διαχείριση των δασών, καθώς οι παραδοσιακοί τρόποι συλλογής μανιταριών όχι μόνο δεν προκαλούν καταστροφές στα δάση ή μείωση των μανιταριών, αλλά ενισχύουν την προστασία και τη διατήρηση των δασών, αφού αυτός που ευεργετείται γενικώς, αλλά και ιδιαιτέρως από τα δάση, έχει περισσότερους λόγους να τα προστατεύει».
