Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Θα μπορούσε από το 1925, όταν το βιβλίο του γινόταν ανάρπαστο, να έχει πει «ναι, είμαι “Ο υπέροχος Γκάτσμπι”», όπως ο Φλομπέρ έλεγε «ναι, η “Μαντάμ Μποβαρί” είμαι εγώ», κλείνοντας κάθε λογαριασμό με τη θέση του ονόματός του ανάμεσα στους Αμερικανούς συγγραφείς της «χαμένης γενιάς» του ’20 που σύχνασαν στο παρισινό σαλόνι της ωραίας και ταλαντούχου δεσποινίδος Στάιν –μια εποχή ελευθερίας και σπατάλης, όταν το χρήμα πεταγόταν από το παράθυρο. Και θα μπορούσαμε κι εμείς, από το γεγονός ότι «Ο υπέροχος Γκάτσμπι» αναζωπυρώνεται βγαίνοντας κάθε τόσο από το συρτάρι για να μεταφερθεί στην οθόνη, να μιλάμε για την αξία ενός έργου ολοζώντανου, 120 χρόνια από τη γέννηση του συγγραφέα του.

Ελα όμως που οι αρετές ενός συγγραφέα, κυρίως οι μακροβιότερες, κρύβονται στην… κουζίνα, κλείνοντας το μάτι στην αιωνιότητα, όπως π.χ. ένα πιάτο σημαδεμένο από τον χρόνο; Και να που την αφορμή τη δίνει ο Πέτρος Μανταίος με το κείμενό του «Ενα σπασμένο πιάτο», στην επιφυλλίδα «Τρίτη ματιά» της «Εφ.Συν.» (2-3/4/2016)! Θαυμαστές αυτές οι συμπτώσεις.

«Εσπασα ένα πιάτο. Οπως ήταν με τη σαπουνάδα, γλίστρησε από τα χέρια μου. Εγινε δυο κομμάτια στον νεροχύτη, ισομεγέθη, μετρημένα!» γράφει και πιο κάτω προσθέτει: «Ταλαιπωρημένο από τη χρήση, με χρώμα κάπως σπασμένο στο φόντο, σαν πρόσωπο με ρυτίδες, κι ένα τραυματάκι στα χείλια, είχε γίνει πιάτο πρώτης ανάγκης». Και σε άλλο σημείο εξηγεί: «Το πιάτο είχε απολύτως δίκαιο που παρέμενε, επί χρόνια, στο πόστο του: σε διαρκή ζήτηση και υπηρεσία (…) Ενα πιάτο βολικό, κατάλληλο για πρωινό, για γεύμα λιτό και για δείπνο το βράδυ… […] Τόσες αναμνήσεις από ένα πιάτο…».

Εγκαταλείπει το παιχνίδι

Ο συγγραφέας του «Υπέροχου Γκάτσμπι», ο υπέροχος επαναστάτης στον μικρό πόλεμο που δίχαζε την αμερικάνικη μεσαία τάξη στη δεκαετία του ’20, ένας πόλεμος ηθικής απελευθέρωσης της ξέφρενης νεολαίας ενάντια στην ηθική συγκράτηση της παλιάς φρουράς, τελικώς εγκατέλειψε το παιχνίδι· ο πρωταθλητής ήταν ετοιμοθάνατος όσο κι ένα μισοσβησμένο τσιγάρο.

Και τότε πιάνει το μολύβι και γράφει το μοναδικό, ανάμεσα στα τόσα γραφτά του, δοκιμιακού χαρακτήρα κείμενο με τίτλο «Το ράγισμα» (The crack-up), εξ αφορμής ενός ραγισμένου πιάτου στην οικοσκευή του. Ηταν το πρώτο τετράμηνο του 1936 (80 χρόνια πάνε από τότε) όταν το δοκίμιο αυτό δημοσιεύτηκε σε τρεις συνέχειες στο περιοδικό Esquire, ανάμεσα σε αστεία κείμενα και ανέκδοτα, διαφημίσεις για ανδρικά ενδύματα, γυναικεία εσώρουχα και ωραίες κοπέλες!

Τέσσερα χρόνια αργότερα ο Φράνσις Σκοτ Φιτζέραλντ, γιατί περί αυτού πρόκειται, ήταν νεκρός στα 44 του (1896-1940). Οι άλλοι της «χαμένης γενιάς» –Μπίσοπ, Πόρτερ, Χεμινγουέι, Μπρόμφιλντ, Κάμινγκς, Γκόρντον, Φλάνερ, Τέιτ– έχαιραν άκρας υγείας.

Αλλά ο πρωταθλητής ένιωθε το ράγισμα από νέος, έζησε και έγραψε σαν ένα είδος εξιλαστήριου θύματος. «Πρέπει να κρατάω σε ισορροπία το αίσθημα της ματαιότητας κάθε προσπάθειας και το αίσθημα της ανάγκης να αγωνίζομαι» έγραφε. Και πιο κάτω: «Βέβαια ένας άνθρωπος μπορεί να ραγίσει με πολλούς τρόπους: μπορεί να ραγίσει το μυαλό του ή να ραγίσει σωματικά και τότε αναγκάζεται να υποταχθεί στον λευκό κόσμο του νοσοκομείου… Ο κόσμος υπάρχει μόνο εξαιτίας της ιδέας που έχεις γι’ αυτόν και επομένως είναι προτιμότερο να λες ότι δεν ράγισες εσύ, αλλά το Γκραντ Κάνιον. “Και όμως το ράγισμα έγινε μέσα μου” είπα ηρωικά».

Αναγκαίο στο νοικοκυριό

Και συνεχίζει αυτήν την αυτοψυχανάλυση, έχοντας ανατάξει όλη την περιπετειώδη ζωή του από τα χρόνια του Γυμνασίου: ότι δεν διέπρεψε στα γήπεδα, δεν τα κατάφερε να ντυθεί το χακί στον Α΄ Πόλεμο, τη φυματίωση που τον χτύπησε: «Ηθελα να βάλω ένα θρήνο στο χρονικό μου… Είμαι σαν ένα ραγισμένο πιάτο, από κείνα που αναρωτιέται κανείς αν αξίζει τον κόπο να τα διατηρήσει […] Μερικές φορές όμως το ραγισμένο πιάτο πρέπει να μείνει στο κελάρι, πρέπει να κρατηθεί σαν αναγκαίο για το νοικοκυριό. Δεν θα μπορεί ποτέ να το θερμάνει κανείς πάνω στη σόμπα ή να το ανακατέψει με τ’ άλλα πιάτα στην πιατοθήκη. Δεν θα το βγάλει όταν υπάρχει συντροφιά, αλλά θα μπορεί να σερβίρει μ’ αυτό μερικά κράκερ αργά τη νύχτα, ή να το βάλει στο ψυγείο με τίποτε υπόλοιπα… Από κει ξεκινάει η συνέχειά μου –η κατοπινή ιστορία ενός ραγισμένου πιάτου…»

Εμείς θα λέγαμε ότι ήταν το πιο κατάλληλο πρόσωπο για το ντιβάνι του Φρόιντ καθώς «το πιο σημαντικό στον Φιτζέραλντ ήταν η αφέλειά του, το λεκτικό του θάρρος και η απλότητά του. Ενας ανθρωπάκος που τα μάτια του μαρτυρούσαν όσα έβλεπαν. Ενας ανθρωπάκος αντικειμενικός σε ό,τι έλεγε, ακόμη κι όταν μιλούσε για τον εαυτό του» σημειώνει, μεταξύ των άλλων, στον εμπεριστατωμένο και βραχύ πρόλογο της αμερικανικής έκδοσης «The crack-up with other pieces and stories» ο Glenway Westcott, ένας από τα μέλη της «χαμένης γενιάς» του ’20, θαμώνας στο σαλόνι της Γερτρούδης Στάιν*.

*(Με εκείνο τον πρόλογο, η παλιά ελληνική έκδοση «Το ράγισμα», εκδ. «Printa» 1993)