Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Μπορεί σήμερα τα βιντεοπαιχνίδια να αντιπροσωπεύουν μια κολοσσιαία αγορά με τζίρο 61 δισεκατομμύρια δολάρια (2015), ωστόσο πριν από μισό αιώνα, οπότε πρωτοεμφανίστηκαν με το παιχνίδι Ralph Bear’s «Brown Box», αποτελούσαν κάτι το εντυπωσιακό, σχεδόν μαγικό.

Ωστόσο 20 χρόνια πριν από την εμφάνιση του πρωτόγονου με τα σημερινά δεδομένα παιχνιδιού, το 1947, ένας μηχανολόγος από το Γκρίνβιλ της Νότιας Καρολίνας των ΗΠΑ υπέβαλε αίτημα για κατοχύρωση άδειας ευρεσιτεχνίας για μια επαναστατική πατέντα με στόχο τη διασκέδαση την οποία ονόμασε «Συσκευή ψυχαγωγίας Σωλήνα Καθοδικών Ακτίνων» (CRT – «Cathod-ray tube amusement device»).

Σήμερα ωστόσο, εν έτει 2016, ελάχιστοι γνωρίζουν ότι ο άνθρωπος αυτός, ο Τόμας Τ. Γκόλντσμιθ τζούνιορ, υπήρξε στην πραγματικότητα ο πιονιέρος του πρώτου συστήματος αυτού που αποκαλούμε βιντεοπαιχνίδι.

Ο «παππούς» των βιντεοπαιχνιδιών

Ο Γκόλντσμιθ, ο οποίος γεννήθηκε το 1910, υπήρξε από τα παιδικά του χρόνια ένας μικρός Κύρος Γρανάζης (ο πολυμήχανος εφευρέτης του Γουόλτ Ντίσνεϊ) καθώς σε ηλικία μόλις 10 ετών κατασκεύασε έναν ενισχυτή για το ακουστικό της βαρύκοης γιαγιάς του.

Τελειώνοντας το σχολείο πήγε στο Πανεπιστήμιο Furman όπου παθιάστηκε με τα ηλεκτρονικά και ειδικότερα με το πλέον απλοποιημένο είδος ραδιοφώνικου δέκτη (κρυσταλλικό ραδιόφωνο) που δεν χρειάζεται πηγή τροφοδοσίας, μια τεχνολογία η οποία στη δεκαετία του 1930 ήταν εξαιρετικά δημοφιλής. Το 1931 πήγε στο Πανεπιστήμιο Cornell όπου τελειώνοντας το μεταπτυχιακό του στη Φυσική άρχισε να ερευνά τις δυνατότητες του Σωλήνα Καθοδικών Ακτίνων (CRT).

Ο CRT είναι μια συσκευή που δημιουργεί και λαμβάνει τις ακτίνες των ηλεκτρονίων, οι οποίες στο σύνολό τους συνθέτουν την εικόνα χάρη στη διέγερσή τους με την παροχή ηλεκτρικού ρεύματος υψηλής τάσης. Στις δεκαετίες που ακολούθησαν οι οθόνες μεγάλωναν σε μέγεθος, όπως και ο CRT, γι’ αυτό και οι τηλεοράσεις των δεκαετιών ’80 και ’90 ήταν ογκωδέστατες. Κι αυτός ήταν και ο λόγος που τη δεκαετία του 2000 η τεχνολογία υιοθέτησε τις οθόνες LCD και Plasma, οι οποίες ήταν μικρότερες και με μεγαλύτερη ευκρίνεια.

Το ταλέντο του Γκόλντσμιθ δεν πέρασε απαρατήρητο από τις βιομηχανίες ηλεκτρονικών, με αποτέλεσμα η εταιρεία DuMont να τον προσλάβει ως επικεφαλής του τμήματος ερευνών.

Εκεί ο εβραϊκής καταγωγής επιστήμονας ξεκίνησε μια σειρά πειραμάτων για τη δημιουργία έγχρωμης τηλεόρασης χρησιμοποιώντας κόκκινο, μπλε και πράσινο φώσφορο.

Ο Β’ Παγκόσμιος Πόλεμος ωστόσο ανάγκασε την εταιρεία να στρέψει το ενδιαφέρον της στα ραντάρ και τα συστήματα εκτόξευσης πυραύλων.

Μετά το τέλος του ο Γκόλντσμιθ μπόρεσε επιτέλους να αφιερωθεί στις έρευνές του για να δημιουργήσει το 1947 αυτό που αργότερα αποκάλεσε «Συσκευή Ψυχαγωγίας Σωλήνα Καθοδικών Ακτίνων».

Αυτό το πέτυχε χρησιμοποιώντας την τεχνολογία των ραντάρ, των ηλεκτρομαγνητικών κυμάτων και ενός CRT, όπως αναφέρει η σχετική πατέντα που κατέθεσε τότε στο Γραφείο Κατοχύρωσης Ευρεσιτεχνιών των ΗΠΑ.

Η συσκευή «πρόγονος» των Space Invaders (όσοι είναι σήμερα 50 ετών θυμούνται φαντάζομαι με νοσταλγία το παιχνίδι) αποτελούνταν από μία οθόνη που ήταν κρεμασμένη σε μία ντουλάπα και με τη βοήθεια δύο πρωτόγονων χειριστηρίων ο παίκτης έπληττε με ακτίνες εικόνες αεροπλάνων που τοποθετούνταν με το χέρι (!) μέσα στην οθόνη.

Σύμφωνα με τον ιστορικό του Ινστιτούτου Ηλεκτρολόγων Μηχανικών, Αλεξ Μαγκούν, η συσκευή του Γκόλντσμιθ με τα σημερινά τεχνολογικά δεδομένα δεν είναι αυτό που θα θεωρούσαμε ως βιντεοπαιχνίδι.

Κι αυτό επειδή δεν διέθετε ούτε υπολογιστή, ούτε μικροεπεξεργαστή. Απλώς έπληττε στόχους με την ακτίνα, η οποία κινούνταν με δύο ηλεκτρομηχανικά χειριστήρια. Επιπροσθέτως κατασκευάστηκε σε μόλις ένα πειραματικό τεμάχιο.

Απίστευτο κι όμως αληθινό: στα χρόνια που ακολούθησαν η ευρεσιτεχνία του Γκόλντσμιθ πέρασε στη λήθη και όταν το 1961 ερευνητές του αμερικανικού Πανεπιστημίου ΜΙΤ δημιούργησαν το πρώτο, σύμφωνα με τον Μαγκούν, βιντεοπαιχνίδι, το Spacewar, η τεχνολογική κούρσα ανέπτυξε τόσο ταχείς ρυθμούς ώστε ο Γκόλντσμιθ να ξεχαστεί τελείως.

«Ο πρωτοπόρος επιστήμονας πέθανε το 2009, σε ηλικία 99 ετών, ωστόσο η εφεύρεσή του δεν έτυχε της αναγνώρισης που της άξιζε» επισημαίνει ο Κρις Γκαρσία, διευθυντής του Μουσείου της Ιστορίας των Ηλεκτρονικών Υπολογιστών της Καλιφόρνια.

Προσθέτει δε με νόημα: «Οπως τα παιδιά των σημερινών 50άρηδων δεν εντυπωσιάζονται από τα βιντεοπαιχνίδια που έπαιζαν οι γονείς τους το ’80 και το ’90, έτσι και στη δεκαετία του ’60 οι τεχνολογικοί κολοσσοί θεώρησαν την πρωτοπόρα συσκευή του “παππού” των βίντεοπαιχνιδιών ως κάτι εντελώς ξεπερασμένο…»