Αυτός που χρωστάει –και το ελληνικό κράτος χρωστάει– δεν κατέχει κανένα σύμβολο υπεροχής, ούτε τις «πλάτες» του λαού που, αντίθετα προς τους ισχυρισμούς των κυβερνώντων, γίνηκαν οι καχεκτικοί κορμοί των δέντρων και δεν αντέχουν πια τις δοκιμασίες της όποιας χρησιμότητας. Και η συνακόλουθη παρηγορητική αφήγηση περί του πατριωτισμού της Πολιτικής Οικονομίας ούτε ως μεταφυσική υπεκφυγή μπορεί να βρει στασίδι. Πολύ περισσότερο μετά τους άφρονες παλικαρισμούς περί εξόδου της χώρας στις αγορές προς αναζήτηση μιας καλύτερης τύχης, μακράν των Τειχών παντός Μνημονίου! Τα spreads φρύαξαν, τα μνημόνια εξελίσσονται ταχέως σε δεισιδαιμονία οικεία και προσφιλή.
Μια αυριανή κυβέρνηση με βασικό κορμό την Αριστερά θα μπορούσε να γίνει ο ψυχολογικός κυματοθραύστης ενός λαού σε απόγνωση και μαζί ο εκφραστής ενός κράτους κύρους, εντός των ηθών του οποίου δεν έχει θέση το κλαψούρισμα προς τους δανειστές. Αλλά το χρέος που διατρέχει τη χώρα όπως ακριβώς οι σιδηρόδρομοι θα παραμένει εκεί απειλητικό, αδιανόητο και μαζί αδύνατο να αντιμετωπιστεί ανθρωπιστικά, γιατί ο ανθρωπισμός μας τέλειωσε – κι αν κάτι περίσσεψε, είναι και αυτό μεταφυσικό.
Και όμως, πριν από 21 χρόνια είχε προεξοφληθεί ότι το χρέος, έτσι όπως βαδίζαμε, δεν άφηνε περιθώρια να θεωρηθεί κάτι διαφορετικό από ταύρο που δεν γίνεται περισσότερο θύμα ενός φοβερού πεπρωμένου όταν βρίσκεται στην αρένα απ’ ό,τι ένας άλλος στο σφαγείο:
«Το δημόσιο χρέος έχει γονατίσει τον προϋπολογισμό του κράτους. Βλάπτεται η εθνική οικονομία στο σύνολό της. Οι μεγάλες δανειακές ανάγκες του προϋπολογισμού έχουν κάνει το χρήμα πανάκριβο. Τα υψηλά επιτόκια στραγγαλίζουν τις επενδύσεις. Οι επιχειρήσεις συρρικνώνονται, οι εργαζόμενοι χάνουν τις δουλειές τους, η οικονομία στο σύνολό της φτωχαίνει».
Δεν διαφέρουν από σημερινά λόγια, από σημερινές αγωνίες. Κι όμως, λέγονταν από τον Ανδρέα Παπανδρέου στις 2 Δεκεμβρίου του 1993 στο Υπουργικό Συμβούλιο της νέας, τότε, κυβέρνησης. Δικαιολογημένη ως εκ τούτου η διάζευξη: «ή το κράτος θα εξαφανίσει την υπερχρέωση της χώρας ή η υπερχρέωση θα αφανίσει το έθνος».
Οταν δεν υπάρχει σάλιο
Το χρέος, σε όποιο κράτος, δεν δημιουργείται από μόνο του, δεν έχει μια causa sua (αυτοαιτία), όπως σωστά έλεγε αναφερόμενος στη δημιουργία του κόσμου ο βλάσφημος Ολλανδός Μπ. Σπινόζα (1632-1677) – γιατί τότε δεν θα είχαν λόγο και ρόλο ύπαρξης οι δανειστές! Συνεπώς, όταν διαπιστώνεται ότι στο κρατικό χρηματοκιβώτιο δεν υπάρχει σάλιο, η εκάστοτε κυβέρνηση πριν από την περίπλοκη διαδικασία της εφόρμησης στο γκισέ των δανειστών έχει ήδη διαβεί την απλή και εγκληματική στιγμή της απόφασης: να δανειστεί όπως όπως, ελπίζοντας να μην έχει η χώρα την τύχη του ενός ή του άλλου ταύρου. Αυτό συμβαίνει στην Ελλάδα από το 2010 και έκτοτε, με το φοβισμένο ξεγλίστρημα μπροστά στη γνώση ότι αυτό που απωθείται δεν εξαφανίζεται.
Ο φόβος της μη βιωσιμότητας του χρέους και η ανάγκη να λιγοστέψει πάση θυσία, γιατί αλλιώς δεν σωζόμαστε, ανασταίνουν λέξεις που διαθέτουν το σφρίγος των συντομεύσεων, όπως: «αναδιάρθρωση», «απομείωση», «ελάφρυνση», «διαγραφή μέρους», ακόμη και «διαγραφή του παντός»! Ετσι συμβαίνει όταν χρωστάς, εδώ και αιώνες. Αν ψάξει κανείς στα παλιατζίδικα των ιστορικών μαρτυριών, ο φόβος του ανθρώπου μπρος στη φτώχεια, στην αδικία και στο ενδεχόμενο να χάσει, λόγω χρέους, από τα μάτια του τη χώρα του, έχει διατυπωθεί ποικιλοτρόπως, ακόμη και με στίχους. Στη δικιά μας την περίπτωση ταιριάζουν απόλυτα οι ελεγειακοί του Θέογνη (6ος π.Χ. αι.):
«Κακό η φτώχεια ακόμα κι αν είναι αλλουνού / δεν έρχεται στην αγορά, έχει την κατώτερη θέση / Κακόβουλοι κυβερνούν με νόμους παράδοξους / γιατί η ντροπή έχει χαθεί / και η υπεροψία τη δικαιοσύνη νίκησε /[…]Ας πενθήσουμε τη μυρωδάτη χώρα που χάνεται (πένθει δ’ ευώδη χώρον απολλύμενον…) / μια και με την εμπιστοσύνη που τους δείξαμε τα χρήματα τα χάσαμε / αυτά που τα είχαμε σώσει με τη δυσπιστία μας / Τώρα μας τσακίζουν η βία, τα κέρδη τα ελεεινά και η αδικία / Ολα πήγαν στον κόρακα και στα κομμάτια».
Τα λέει αυτά ο Θέογνης, όντας αριστοκράτης, για να κατηγορήσει την κατώτερη τάξη της εποχής του που κρατούσε τα ηνία της εξουσίας. Δείχνει πάντως πρόθυμος, ή τα πράγματα τον υποχρεώνουν να συμβιβαστεί: «Για μας δυο είναι οι βασικοί δρόμοι: / ή χωρίς να ξοδεύουμε το παραμικρό να χαραμιζόμαστε στη μιζέρια / ή να ζούμε γλεντώντας και κάνοντας λίγα έργα […] / Πάντως το καλύτερο είναι τα έξοδά μας / να τα προσαρμόζουμε με τα χρήματα που διαθέτουμε / Στην εποχή μας είναι προτιμότερο να έχει κανείς χρήματα».*
Nulla securitas
Σήμερα, η ευσεβής ιταμότης, ότι μπορούμε να υψωθούμε με μια μυθώδη πτήση πάνω από τη συνήθη τάξη των πραγμάτων, πρέπει να ανακρούσει πρύμναν. Η επιμονή στην αθωότητα του «εμείς δεν ξέραμε» είναι ύποπτη το ίδιο με την αναζήτηση ασύλου σε επιχειρήματα που δεν αποκρύπτουν τη μεροληπτική διάσωση μιας ανενεργού ηθικής. Και –αντιγράφοντας τον εν μέρει συγκαιρινό προς τον Σπινόζα αλλά μακροβιότερο Αγγλο Τόμας Χομπς (1588-1672)– επειδή extra civitatem nulla securitas (εκτός κράτους καμία ασφάλεια), εμείς λέμε το χρέος είναι εδώ, αφορά το κράτος, το κράτος είναι εδώ, ώρα να το «κατανοήσουμε», η αρένα ή το σφαγείο εξακολουθούν να διαθέτουν τη δύναμη του συνειρμού η οποία είναι ανθρωπίνως αναπόφευκτη. Το πεπρωμένο του συμβόλου όμως; Το δημόσιο και το ιδιωτικό χρέος είναι τα δύο μπροστινά και τα δύο πίσω πόδια του θηρίου. Μην ξαμοληθεί…
Βέβαια το χρέος, ως άγημα αριθμών, δεν διαφέρει από ιερογλυφικό, πέραν του συμβατικού ορθού λόγου, είδος τι ακατανόητου συμβάντος πλην όμως εκτεθειμένου στην ενεργό πραγματικότητα, όσο ενεργός πραγματικότης είναι και το κράτος. «Πρέπει να λαβαίνουμε υπόψη μας την πραγματικότητα για να στηρίξουμε τις απόψεις μας. Αν δεν κάνουμε έτσι, τα πάντα θα είναι γεμάτα από ασάφεια και σύγχυση. Αν απορρίπτεις αυτό που είναι ήδη δοσμένο από κάθε παράσταση του νου, τότε θα χάσεις κάθε κριτήριο» βροντοφωνάζει ο Επίκουρος**. Κατά τούτο, το χρέος, ως παράσταση του νου, γίνεται αισθητό με τη νόηση, είναι υπερβατικό για κάθε κυβέρνηση έναντι των μεμονωμένων εταίρων, ως δανειστών, αλλά και έναντι του αθροίσματός τους, με νομική και όχι μεταφυσική έννοια.
Από τον Επίκουρο και το παιγνιώδες απόφθεγμα «Κακόν ανάγκην, αλλ’ ουδεμία ανάγκη ζην μετά ανάγκης» (κακό πράμα η ανάγκη αλλά δεν υπάρχει καμιά ανάγκη να ζει κανείς κάτω από την ανάγκη). Είναι αυτή ακριβώς η στιγμή που τα υλικά και τα επιθυμητά συμφέροντα κυριαρχούν κατά άμεσο τρόπο στη σκέψη και στο ανθρώπινο «πράττειν» και όχι οι ιδέες. Ομως οι «κοσμοεικόνες», λέει διδακτικά ο Βέμπερ, έτσι όπως δημιουργούνται από τις «ιδέες», καθορίζουν συχνά τις πορείες στις οποίες η δυναμική των συμφερόντων εμπλέκει το ανθρώπινο «πράττειν». Ούτω πώς η κατανάλωση των «παροχών» εκκινεί το δρομολόγιό της, είτε κατ’ ευθείαν από τους κυβερνώντες είτε από τις τράπεζες. Προσφέρεται αφειδώλευτα ο σώζων… αχινός που, όπως λέει ο Αρχίλοχος (7ος αι. π.Χ.), είναι μεν εύκολο να τον πιάσεις αλλά δύσκολο να τον κρατήσεις –το χρήμα! Η υπερχρέωση είναι η λέξη της διπλανής πόρτας.
* Οι δημοσιευθέντες εν συνόλω στίχοι είναι από το «Ελεγείων βιβλίο πρώτο», 267-270, 289-291, 830-836, 911-914, 923-925 (εκδόσεις «Κάκτος»)
** Κύριαι δόξαι XXII, XXIV
