Ισχυρό σοκ για τον κόσμο των κόμικς ήταν οι δηλώσεις του Ντον Ρόσα το 2012 για την εταιρεία που διαχειριζόταν τα κόμικς του, τον εκδοτικό κολοσσό της Ντίσνεϊ: «Πόσοι γνωρίζουν πώς λειτουργεί το “σύστημα της Ντίσνεϊ” στα κόμικς; Οταν το περιγράφω σε κάποιους θαυμαστές που με ρωτούν, συχνά νομίζουν ότι τους κάνω πλάκα ή ότι λέω ψέματα [… ] Αλλά η δυσάρεστη πραγματικότητα είναι πως ποτέ δεν έχουν καταβληθεί, και οριστικά συνειδητοποίησα ότι και ποτέ δεν θα καταβληθούν, δικαιώματα στους ανθρώπους που γράφουν, σχεδιάζουν ή με οποιονδήποτε τρόπο δημιουργούν όλα τα κόμικς της Ντίσνεϊ που έχετε ποτέ διαβάσει. Πληρωνόμαστε με ένα ποσό κατ’ αποκοπή για κάθε σελίδα από τον εκδότη για τον οποίο εργαζόμαστε. Μετά, ανεξάρτητα από τις φορές που χρησιμοποιείται η ιστορία από άλλους εκδότες της Ντίσνεϊ σε όλο τον κόσμο, ανεξάρτητα από το πόσες φορές ανατυπώνεται σε άλλα κόμικς, σειρές άλμπουμ, βιβλία με σκληρά εξώφυλλα, ειδικές εκδόσεις κ.λπ., ανεξάρτητα του πόσο καλά πουλάει, δεν λαμβάνουμε ποτέ ούτε ένα επιπλέον σεντ για τη δημιουργία μας». Πώς έφτασε, όμως, εκεί ο Ντον Ρόσα μετά από μια λαμπρή καριέρα σχεδόν 25 ετών;
Γεννήθηκε το 1951 στο Κεντάκι, σπούδασε πολιτικός μηχανικός, δεν διδάχθηκε ποτέ καλλιτεχνικό σχέδιο αλλά κατά τη διάρκεια των σπουδών του φιλοτεχνούσε τη σειρά «Οι Περιπέτειες του Περτούιλαμπι» για την εφημερίδα του κολεγίου του (η σειρά κυκλοφορεί σε έναν πολυτελή και υποδειγματικά τεκμηριωμένο τόμο από τις εκδόσεις της Λέσχης Φίλων Κόμικς). «Η πρόθεσή μου ήταν να μιμηθώ το πνεύμα των περιπετειών του Καρλ Μπαρκς με τους Ντακ, που διάβαζα μεγαλώνοντας τα προηγούμενα είκοσι χρόνια. Σχεδίαζα να μη χρησιμοποιήσω υπερήρωες ή αστεία ζωάκια, όπως έκαναν οι περισσότεροι άλλοι Αμερικανοί σκιτσογράφοι εκείνη την εποχή [… ] Ηθελα οι χαρακτήρες μου να είναι φυσιολογικοί άνθρωποι σε φανταστικές καταστάσεις, μιας και, όπως κάθε πραγματικός οπαδός του Μπαρκς γνωρίζει, αυτό ήταν και ο Ντόναλντ με τον Σκρουτζ» γράφει ο ίδιος στον πρόλογο του για την ελληνική έκδοση του «Περτούιλαμπι».
Η ευκαιρία να γράψει και να σχεδιάσει ιστορίες με τους χαρακτήρες του Μπαρκς τού δόθηκε το 1986 από την Gladstone Publishing για την οποία δημιούργησε την ιστορία «Ο Γιος του Ηλίου», άτυπο σίκουελ του «Χαμένοι στις Ανδεις» του Μπαρκς, με πολλά σχεδιαστικά και αφηγηματικά τεχνάσματα δανεισμένα από τις περιπέτειες του Περτούιλαμπι. Η ιστορία άρεσε πολύ σε κοινό και κριτικούς και παρότι ήταν μόλις η πρώτη του επαγγελματική δουλειά τού χάρισε μια υποψηφιότητα στα βραβεία Harvey στην κατηγορία «Καλύτερη Ιστορία της Χρονιάς». Συνέχισε ώς το 1989 να φτιάχνει ιστορίες για την ίδια εταιρεία αλλά αποφάσισε να διακόψει τη συνεργασία του όταν συνειδητοποίησε ότι δεν έχει ουσιαστικά δικαιώματα πάνω στα έργα του. Ούτε καν οι πρωτότυπες σελίδες που έδινε δεν του επιστρέφονταν κατά την πάγια τακτική της Ντίσνεϊ και των θυγατρικών της. Το 1990 άρχισε να συνεργάζεται με τον δανέζικο εκδοτικό οίκο Gutenberghus (σήμερα Egmont) και έναν χρόνο αργότερα έβαλε μπρος το πιο φιλόδοξο σχέδιο του: τη βιογραφία του δισεκατομμυριούχου και τσιγκούνη Σκρουτζ.
Το πρώτο μέρος της σειράς «Ο Βίος και η Πολιτεία του Σκρουτζ Μακ Ντακ» δημοσιεύτηκε το 1992 και προκάλεσε αίσθηση τόσο λόγω της σχεδιαστικής δεξιοτεχνίας του Ρόσα όσο και της ιστορικής του ακρίβειας. Η σειρά τελείωσε το 1994 μετά από 12 κεφάλαια στα οποία καλύπτεται η ζωή του Σκρουτζ από την εποχή που ήταν ένας μικρός λουστράκος στη Σκοτία του 1877 μέχρι τη γνωριμία του με τον Ντόναλντ στη Λιμνούπολη του 1947. Μετά την ολοκλήρωση του αρχικού έργου, ο Ρόσα πρόσθεσε έξι επιπλέον κεφάλαια («Τα Χαμένα Επεισόδια») και τέσσερις ακόμα σχετικές ιστορίες συνθέτοντας μια ολοκληρωμένη βιογραφία ενός φανταστικού προσώπου από τους λασπωμένους δρόμους της Γλασκόβης μέχρι την ανέγερση του απόρθητου θησαυροφυλακίου με το πελώριο σήμα του δολαρίου στην πρόσοψή του. Κατά τη διάρκεια αυτών των ετών ο Σκρουτζ εργάστηκε σε ποταμόπλοια στη Νέα Ορλεάνη και τον Μισισιπή, έγινε καουμπόι στην Αγρια Δύση και χρυσοθήρας στο Κλοντάικ, έψαξε για διαμάντια στη Νότια Αφρική, συνάντησε Αβορίγινες στην Αυστραλία, βρέθηκε στο Μεξικό, τα Ιμαλάια, την Αίγυπτο.

Παρά την επιτυχία του, τα δύο βραβεία Eisner (1995 και 1997) και δεκάδες ακόμα βραβεία σε διάφορες χώρες, ο Ρόσα δεν απέκτησε ποτέ στις ΗΠΑ τη φήμη που έχει στην Ευρώπη. Ισως σε αυτό να συνέβαλε η εμμονή του στην ακρίβεια και τη λεπτομέρεια που καθιστούν τα κόμικς του δύσκολα για τις μικρότερες ηλικίες. Ισως να έφταιξε η σχεδιαστική του «τραχύτητα» που παραπέμπει στο underground ρεύμα του τέλους της δεκαετίας του 1960. Μπορεί να έπαιξε ρόλο και η διαμαρτυρία του απέναντι στην Egmont το 2002 όταν διεκδίκησε μεγαλύτερο έλεγχο της δουλειάς του και ποσοστά από τις ανατυπώσεις των έργων του. Σίγουρα, όμως, είχε σημασία ο θόρυβος που προκάλεσαν οι αντιδράσεις του απέναντι στην Ντίσνεϊ.
Η γνώμη του για τις συνθήκες εργασίας στην εταιρεία-κολοσσό και την πολιτική της απέναντι στους δημιουργούς ήταν βαρύνουσας σημασίας. Οταν έγραψε το εκτενές κείμενο παραίτησης η Ντίσνεϊ δεν του απάντησε ποτέ.
Μία μορφή «απάντησης» ίσως δόθηκε 10 χρόνια αργότερα όταν η Ντίσνεϊ ανακοίνωσε ότι δύο ιστορίες του Ντον Ρόσα δεν πρόκειται να αναδημοσιευτούν ποτέ ξανά στο πλαίσιο μιας γενικότερης αναθεωρητικής λογικής για την τέχνη καθώς θεωρήθηκε ότι περιέχουν στερεοτυπικές και ρατσιστικές απεικονίσεις. Στα 75 του πια ο Ντον Ρόσα, λόγω προβλημάτων όρασης αλλά, κυρίως, λόγω των διαφορών του με την εκδοτική αυτοκρατορία της Ντίσνεϊ, έχει σταματήσει να δημιουργεί κόμικς. Συνεχίζει όμως να ταξιδεύει όπως και οι αλλοτινοί χαρακτήρες του. Οχι αναζητώντας πλούτη αλλά για να μοιραστεί τις εμπειρίες του από τη βιομηχανία της ψυχαγωγίας και το άδικο καθεστώς εργασίας των καλλιτεχνών. Και να μιλήσει για τον Βίο και την Πολιτεία του διασημότερου τσιγκούνη του κόσμου.
ℹ️ Ο Ντον Ρόσα είναι επίσημος προσκεκλημένος του The Comic Con που διεξάγεται στο Βελλίδειο Συνεδριακό Κέντρο της Θεσσαλονίκης. Την Κυριακή 10 Μαΐου στις 13.00 θα μιλήσει στο κοινό στην εκδήλωση με τίτλο «Ο Βίος και η Πολιτεία του Ντον Ρόσα».
