ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Βασίλης Φιοραβάντε*
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Στη μνήμη των Γ. Βότση, Α. Ρήγου και Γ. Χάμπερμας

Ι

Η ηθική είναι αυταξία. Κατά τρόπον ανάλογο, όπως θα έλεγε ο Αντόρνο, και η πολιτική ή θα είναι ηθική ή δεν έχει νόημα. Η κριτική του νεαρού Μαρξ1* της πολιτικής ή του πολιτικού είναι οριστική, τελεσίδικη. Δεν επιδέχεται καμία διόρθωση, συμπλήρωση, αλλαγή, και μάλιστα όχι μόνο για την πολιτική της εποχής της αστικής κοινωνίας, αλλά και κατ’ επέκταση και της λεγόμενης μέχρι πρόσφατα σοσιαλιστικής στις χώρες του πρώην ανύπαρκτου σοσιαλισμού, όπως και της νεώτερης. Αλλά και ιστορικά εξετάζοντας το θέμα αυτή η θέση – διαπίστωση ισχύει. Από τον Ομηρο και τον Ησίοδο η κοινωνία παλεύει σισύφεια να ηθικοποιήσει την πολιτική, αλλά απέτυχε οικτρά. Η κοινωνία σήμερα γνωρίζει άριστα τι είναι η πολιτική. Μόνο μια ριζικά νέα πολιτική, με συνεχή έλεγχο από τα κάτω, από την κοινωνία, δηλαδή αμεσοδημοκρατικά2* ως αποτέλεσμα μιας νέας κοινωνικής οργάνωσης, όπως προέτασσε το νεώτερο κοινωνικό κίνημα στις ανεπτυγμένες δυτικές κοινωνίες, στην πρώην Αν. Γερμανία, την Ουγγαρία, την Πολωνία, στην Ανοιξη της Πράγας και το κίνημα της αυτοδιαχείρισης της Γιουγκοσλαβίας, με θεσμοθετημένη την καθολική ανακλητότητα της εκπροσώπησης, τον διαρκή κοινωνικό έλεγχο3* κτλ ίσως δώσει ένα ουσιαστικό νόημα, μια ουσιαστική διάσταση στην πολιτική. Κόμματα παραδοσιακά, διάτρητα από τα λόμπι, τα καρτέλ κτλ, οργανώσεις-σφραγίδες, δεν έχουν κανένα νόημα, ούτε και θα αποκτήσουν. Είναι πλέον πρακτικά και ιστορικά απονομιμοποιημένα.

Απλή διευρυμένη αναπαραγωγή του συστήματος θα κάνουν, θα παράγουν και θα αναπαράγουν στο διηνεκές το σύγχρονο τοξικό μοντέλο της εξάρτησης, της υποταγής, της διαφθοράς, της διαπλοκής, της αλλοτρίωσης και της παγίωσης της πιο απάνθρωπης κοινωνικής διαίρεσης της εργασίας που έχει ποτέ εμφανιστεί: μία όλο και πιο μεγάλη μάζα εργαζομένων περιθωριοποιημένων, υποβαθμισμένων, σε σχέση με τους ειδικευμένους, και αυτοί χωρίς καμία αξία, με λειτουργία απλώς εκτελεστική όλο και πιο υποβαθμισμένων καθηκόντων και γενικότερα κατώτερου και γενικευμένου ανασφαλούς καθεστώτος και απέναντι το όλο και πιο ολιγαρχικό και αυταρχικό κεφάλαιο – εξουσία.

Αλλά η απόκτηση έστω και κάποιας διάστασης ηθικής από την πολιτική εξαρτάται σε κάθε περίπτωση από την εγρήγορση της κοινωνίας των πολιτών, όπως έλεγε ο Γκράμσι, από τη γενικότερη συνειδητοποίηση της κοινωνίας και ιδίως των εξαρτώμενων τάξεων, πάλι όπως έλεγε ο Γκράμσι. Και συνειδητοποίηση χωρίς τη δράση, την καθοριστική (déterminée) και αποφασιστική, δεν έρχεται ποτέ. Το μεγάλο πρόβλημα όμως είναι ότι στις παγκοσμιοποιημένες κοινωνίες δεν εμφανίζονται κινήματα πρωτοπορίας, ούτε γενικότερα πρωτοπορίες κοινωνικές, πολιτικές, ιδεολογικές, πολιτισμικές, όπως ήθελε ο Γκράμσι. Δεν θα εμφανιστούν ποτέ; Είναι ένα δύσκολο θέμα, καθώς η ίδια η δομή της παγκοσμιοποιημένης κοινωνίας μετατρέπει τον άνθρωπο σε άμορφη μάζα. Ομως η ιστορία δεν έχει πει την τελευταία λέξη… Και γι’ αυτό δεν πρέπει σε καμία περίπτωση να παραιτηθούμε από το γενικότερο και επιτακτικό αίτημα για ηθικοποίηση της πολιτικής, μέχρι να εμφανιστεί και επιβληθεί η εναλλακτική πολιτική για την κοινωνία, και βέβαια της κοινωνίας των συνειδητοποιημένων πλέον ανθρώπων. Σήμερα η φράση «ανάγκη ηθικοποίησης της πολιτικής» ακούγεται παράδοξη. Στην εποχή των ακμάζοντων κοινωνικών και πολιτικο-ιδεολογικών κινημάτων ήταν αυτονόητη η ταύτιση της Ηθικής με την πολιτική. Επί χούντας μάλιστα η αρχή αυτή κατέκτησε τη νεότερη γενιά και έτσι έγινε ο κινητήριος μοχλός του αυτόνομου –και εν πολλοίς αυθόρμητου- τότε ριζοσπαστικού κινήματος4*. Και η κατάσταση αυτή ανιδιοτέλειας, συνεισφοράς, αλληλεγγύης, κριτικής, άρνησης, αντίστασης κράτησε μέχρι την αναρρίχηση του ΠΑΣΟΚ στην εξουσία, και ιδίως του Σημίτη και της «αναπτυξιακής» σημιτοκρατίας. Μετά…

ΙΙ

Μίνιμαλ ηθική, μίνιμαλ πράξη – πρακτική, αλλά καθορισμένη, αποφασιστική, σαφής, διάφανη.

Βασική θέση: είναι απόλυτα αναγκαία η ριζική αλλαγή της κοινωνίας, η επαναστατική θέση και θεώρηση, η αρνητική – κριτική πράξη, χωρίς μεσσιανισμούς, ιδεοληπτικές τελεολογίες και απλοϊκούς τελισμούς, χωρίς φανφάρες ή μεγαλόσχημες ιδεοληπτικές – φετιχιστικές διακηρύξεις.

Υπ’ αυτήν την έννοια, εκλαμβάνεται η πράξη ως μέσο και ως διαδικασία για τη συνειδητοποίηση και το ξεπέρασμα της διαρκούς κρίσης ή ακόμη και της καταστροφής (χωρίς να καταστροφολογούμε) που ζει σήμερα η ανθρωπότητα, ιδίως μετά την υποχώρηση του ιστορικού και του νεότερου κινήματος. Χωρίς το κίνημα ως διαρκές αντίπαλον δέος, όχι μόνο δεν ελέγχεται το σύστημα, δεν περιορίζεται η αυθαιρεσία, η διαφθορά, η διαπλοκή, η συναλλαγή κτλ, αλλά συμβαίνει το αντίθετο: από ένα σημείο και μετά (1978-80) το σύστημα πέρασε στην πλήρη αντεπίθεση και εφεξής ουσιαστικά δεν ελέγχεται πλέον, απο-ηθικοποιείται όλο και περισσότερο, αποχαλινώνεται, και βέβαια έτσι απονομιμοποιείται όλο και περισσότερο, αν υποτεθεί ότι είχε ποτέ κάποια νομιμοποίηση1 που συνδεόταν με την όποια ηθική.

ΙΙΙ

Η ηθική του κινήματος, των αγωνιστών φιλοσόφων και θεωρητικών: Γκράμσι, νεαρός Λούκατς, Μαρκούζε, Γκορζ, Γκολντμάν, Λεφέβρ, Βανεγκέμ, Σατλέ, Ρεβό ντ’ Αλόν, Ν. Πουλαντζάς κ.ά. είναι ακόμη ζωντανή. Το ίδιο και των αγωνιστών της αντίστασης, των απελευθερωτικών κινημάτων, του κινήματος της αμφισβήτησης, του κινήματος του Μάη, του Τσε, του αντιχουντικού κινήματος κτλ. Οχι η καντιανή ηθική, που είναι ουσιαστικά caduque, κενό γράμμα, παρά τις υπεράνθρωπες προσπάθειες του Χάμπερμας να την κρατήσει ζωντανή, αλλά του αγωνιζόμενου νεοανθρωπιστικού κινήματος.

Η αναθεώρηση που εισηγήθηκε ο Χάμπερμας, μετά το Théorie et Praxis2 και το Raison et legitimité3 -και λέμε αναθεώρηση και όχι ανασυγκρότηση, όπως έλεγε και ο ίδιος στην περίοδο πλέον της ιστορικής υποχώρησης του νεότερου κινήματος κριτικής μετά το 1978-80 (όπως το αποκαλούσαμε με τον Πάμπλο και τον Παγουλάτο)- επαναφέρει μια δυνατότητα συζήτησης με το σύστημα, υποτίθεται πάνω σε ηθικές βάσεις, θεωρώντας ότι είναι δυνατές οι ηθικές πρακτικές, όταν ο μεν Διαφωτισμός έχει γίνει κενό πλέον γράμμα για τους κρατούντες, ενώ ο Λόγος ένας λόγος ακριβώς κυριάρχησης, την οποία προσπαθούσε πριν ο Χάμπερμας να πολεμήσει, ανασυγκροτώντας το μοντέλο του στην εποχή της κυριάρχησης ακριβώς του μονοπωλιακού καπιταλισμού, με την καλπάζουσα τότε τεχνολογική ορθολογικοποίησή4 του κτλ.

Δηλαδή ο Χάμπερμας επαναφέρει τη συζήτηση στην προ νεαρού Μαρξ εποχή, και κατά τούτο δεν έχει νόημα η όποια άλλη προσέγγιση στην εποχή των γιούνκερς, των σύγχρονων πολεμοχαρών πολεμοκρατών, των ολικά διεφθαρμένων κρατούντων ολιγαρχών και όχι μόνο.

Από την άποψη αυτή σήμερα μόνο η γενικευμένη, η συστηματική και οργανωμένη κριτική εναντιολογία στην ολικά αυτονομημένη και ανεξέλεγκτη αυταρχική εξουσία, μπορεί ν’ αποκαταστήσει κάπως τα πράγματα.

Να ξαναδώσει νόημα στην πολιτική με όρους γενικού συμφέροντος και κοινωνικών ανθρώπινων αναγκών.

Μόνον έτσι μπορεί να ηθικοποιηθεί η πολιτική, και να επανασυνδεθεί με τις ιστορικές επιταγές του Λόγου5 και του ιστορικού και νεότερου ανθρωπισμού. Από την άλλη, ζούμε την αυτοκαταστροφή του συστήματος…

Παρ’ όλα αυτά επιβάλλεται πλέον η ηθικοποίηση των διαδικασιών, των θεσμών, των πρακτικών: η καθιέρωση της ηθικής παντού και πάντοτε, καθώς και η απόκτηση κοινωνικού περιεχομένου στην όλη ανθρώπινη και κοινωνική πρακτική συγκεκριμένα και με διαφάνεια, σύμφωνα με μία βασική ή τη βασική θέση της Νέας Κριτικής Θεωρίας και Πράξης.

* Καθηγητής Φιλοσοφίας της Τέχνης και του Πολιτισμού

Σημειώσεις
1. Βλ. J. Habermas, Raison et legitimité, Payot
2. Εκδ. Payot
3. Εκδ. Minuit
4. Βλ. J. Ηabermas, La science et la technique comme idéologie, Gallimard
5. Βλ. J. Habermas. Le Discours philosophique de la modernité, Gallimard
Παραπομπές
1*. Βλ. την κριτική του νεαρού Μαρξ για το πολιτικό εποικοδόμημα
2*. Βλ. και την κριτική της γραφειοκρατικοποίησης – γραφειοκρατίας των πρώην σοσιαλιστικών χωρών από τον Γκολντμάν, τον πρώτο Καστοριάδη κ.ά.
3*. Από την άποψη αυτή επιβάλλεται η υποχρεωτική περιοδικότητα εξουσιών και σε καθορισμένα χρονικά διαστήματα η αντικατάσταση των αντιπροσώπων, καθώς και η θεσμοθετημένη υποχρεωτική περιοδική εναλλαγή θέσεων, αξιωμάτων κτλ Επιβάλλεται ακόμη η διαρκής επικαιροποίηση των στόχων, των προγραμμάτων, των καθηκόντων, καθώς και η ανακλητότητα και ο συνεχής έλεγχος από τη βάση
4*. Η ανιδιοτέλεια, η συντροφικότητα, η αλληλεγγύη των αγωνιστών και η δημιουργία ακόμη και αγωνιστικών κοινοτήτων από το τέλος του 18ου αι. και μετά ήταν διαρκείς καταστάσεις και σφυρηλατούσαν τα νέα ιδεώδη που θα επικρατούσαν στη νέα και απελευθερωμένη κοινωνία. Ομως η ακατάσχετη και η ανεξέλεγκτη ανάπτυξη μεταπολεμικά με το εύκολο χρήμα που δημιούργησε, όχι μόνον απο-ηθικοποίησε την κοινωνία, αλλά ακόμη και την αποκοινωνικοποίησε