«Στα γήπεδα η Ελλάδα αναστενάζει», έλεγε ο Σαββόπουλος πριν από πολλά πολλά χρόνια, αλλά τον τελευταίο καιρό η Ελλάδα αναστενάζει στις δικαστικές αίθουσες, αγκαλιά με τη Δημοκρατία και τη Δικαιοσύνη. Στις δίκες που έγιναν, που γίνονται τώρα που μιλάμε και που θα επακολουθήσουν για το έγκλημα των Τεμπών, ας πούμε, ή για το επονείδιστο σκάνδαλο του ΟΠΕΚΕΠΕ και το αίσχος των υποκλοπών, στις δίκες όπου στα εδώλια των κατηγορουμένων συνωστίζονται στελέχη της κυβερνώσας παρατάξεως, σ’ αυτές τις δίκες λοιπόν, σ’ αυτές τις δικαστικές αίθουσες, η Ελλάδα, η Δημοκρατία και η Δικαιοσύνη αναστενάζουν. Επειδή υποφέρουν, επειδή δοκιμάζονται, επειδή έχουν απέναντί τους ένα Καθεστώς, που πάνω απ’ όλα, πάνω κι από το δίκιο, το εθνικό και το κοινωνικό συμφέρον βάζει την αυτοσυντήρησή του. Εάν δεν την προέτασσε, στο σκαμνί θα κάθονταν και κάποιοι πορφυρογέννητοι, κάποιοι βαρόνοι που το οικογενειακό τους όνομα τους έχει χαρίσει de facto, και ασφαλώς όχι de jure, το ακαταδίωκτον. Είναι πιο πιθανό να κάτσουν στο εδώλιο της δικαστικής αίθουσας η Ελλάδα, η Δημοκρατία και η ίδια η Δικαιοσύνη, παρά αυτοί οι μεγαλώνυμοι.
Η αίθουσα, λοιπόν. Το δωμάτιο που προορίζεται για συγκεκριμένη λειτουργία, όπως είναι η αίθουσα χορού ή η αίθουσα του θρόνου. Ειδικότερα, λέει το Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας, «αίθουσα» είναι ο μεγάλος στεγασμένος χώρος δημοσίου χαρακτήρα, προοριζόμενος για συγκεντρώσεις πολλών ατόμων, όπως η αίθουσα συναυλιών, η αίθουσα δικαστηρίου ή προβολών, ενώ αίθουσα σημαίνει συνεκδοχικά τον χώρο όπου γίνεται κινηματογραφική προβολή ή διεξάγεται η δίκη.
Η ετυμολογία της λέξης είναι αναπάντεχη. «Αίθουσα» είναι το θηλυκό της αρχαίας μετοχής «αίθων», από το ρήμα «αίθω», που σημαίνει «καίω». Η χρήση της λέξης απορρέει από τη φράση «αίθουσα στοά», η οποία δήλωνε τον εξωτερικό χώρο του σπιτιού, όπου στην αρχαιότητα άναβαν φωτιά, λέει το Λεξικό, αναφέροντας πως ομόρριζες με την αίθουσα είναι και οι λέξεις «αιθάλη» (η καπνιά), το «αίθριο», αλλά και η χώρα Αιθιοπία, από το ουσιαστικό «αιθίοψ», που σημαίνει «αυτός που είναι καμένος από τον ήλιο», ένα όνομα που είχαν δώσει οι αρχαίοι Ελληνες στη μαύρη φυλή και ειδικότερα στους κατοίκους της Αφρικής που ζούσαν νοτίως του Νείλου.
Ετσι λοιπόν, ο εννοιολογικός πυρήνας της λέξης αίθουσα είναι η φωτιά. Και η ίδια η φωτιά, η «φωτία», όπως έλεγαν την πυρά τα μεσαιωνικά χρόνια, προέρχεται από τη λέξη «φως»… Ο Κώστας Βάρναλης είχε συνταιριάξει όμορφα αυτές τις δύο έννοιες, το (ποιητικό) φως που φωτίζει τον δρόμο για κοινωνική αλλαγή και την (πνευματική) φωτιά που καίει ό,τι εμποδίζει αυτή την αλλαγή, στο εμβληματικό του έργο «Το φως που καίει».
Σήμερα, στις δικαστικές αίθουσες, κι όχι στα γήπεδα, η Ελλάδα αναστενάζει. Περιμένει από τη Δικαιοσύνη να ρίξει φως σ’ ό,τι πληγώνει τη Δημοκρατία, περιμένει εκείνη τη φωτιά που θα κάψει όχι τους ίδιους τους ενόχους, αλλά τη νοοτροπία που τους επέτρεψε να εγκληματήσουν εις βάρος της κοινωνίας. Περιμένει τη Θέμιδα να κάψει, μέσα στην «αίθουσα στοά» της Δικαιοσύνης, αυτή την αναίσθητη άνεση, αυτή την πλήρη αδιαφορία, αυτόν τον ιταμό τσαμπουκά, αυτόν τον τρομακτικό εγωκεντρισμό που επέδειξαν οι κατηγορούμενοι, μην κάνοντας αυτό που όφειλαν ή κάνοντας ό,τι δεν έπρεπε, με συνέπεια άνθρωποι να χάσουν τα δικαιώματα, τις περιουσίες τους κι εν τέλει τη ζωή τους την ίδια.
