Νομίζω ότι δεν χρειάζεται να είναι κάποιος ανθρωπολόγος, φιλόσοφος ή κοινωνιολόγος για να παρατηρήσει ότι ο άνθρωπος της εποχής μας τείνει να φτάσει σύντομα στο χρονικό σημείο όπου θα σταματήσει να σκέπτεται. Ας προσπαθήσουμε να βρούμε τις αιτίες γι’ αυτό το φαινόμενο.
Ο άνθρωπος έχει αρχίσει να μη σκέπτεται -και έχω την αίσθηση ότι η «ασκεψία» είναι πλέον ένας ιός μεταδιδόμενος από άνθρωπο σε άνθρωπο- λόγω της ολοένα αυξανόμενης απομάκρυνσής του από τη Φύση γενικά και από τη φύση του ειδικότερα. Η Φύση με τη μεταβλητότητά της και την ποικιλότητα των μορφών προκαλούσε στον αρχαϊκό άνθρωπο περιέργεια και η περιέργεια διάθεση για περιπέτεια και θαυμασμό. Οταν συνδυάστηκαν αυτές οι τάσεις αφ’ ενός με τον Νόμο της Ανάγκης, βασικό στοιχείο του οποίου ήταν η αναζήτηση της τροφής, και αφ’ ετέρου με την Ομάδα, η οποία από αγέλη εξελίχθηκε σε κοινότητα που είχε ανάγκη ύπαρξης συμβιωτικών κανόνων, απέκτησαν ποιοτικό χαρακτήρα και έγιναν επιθυμία ανακάλυψης και δημιουργικότητας. Στην πορεία αυτής της διαδικασίας, η σταδιακή μεταβολή μας από τετράποδα σε δίποδα, η ανατομία του λάρυγγα και η μετάλλαξη του «γονιδίου της γλώσσας», καθώς και οι χειρωνακτικές δεξιότητες επέτρεψαν στην άναρθρη κραυγή να γίνει «σύμφωνα και φωνήεντα» και στη συνέχεια φθέγμα. Εναρθρος λόγος. Σκέψη όπως την αντιλαμβανόμαστε χωρίς τον έναρθρο λόγο δεν θα υπήρχε, αυτό δε που λέμε ενδιάθετο λόγο, δηλαδή ψυχισμό και νόηση, θα παρέμενε ανέκφραστο.
Μια βιολογική «καλλιέργεια» λοιπόν χιλιάδων ετών αποτέλεσε τη βάση ώστε η αγέλη που είχε τα στοιχεία μιας πρώτης κοινωνίας να αποκτήσει ικανότητα επικοινωνίας μεταξύ των μελών της βασισμένη πλέον όχι στο ένστικτο και την ανάγκη, αλλά στη νοητική αλληλεπίδραση. Το γεγονός αυτό επέτρεψε στον εγκέφαλο να αποθηκεύει μνήμες σε ένα ανώτερο, πιο εξελιγμένο πεδίο από αυτό των στοιχειωδών κυτταρικών συνάψεων. Από τη στιγμή δε που η μνήμη, η επεξεργασμένη πληροφορία δηλαδή (δυαδικότητα) αλλά και η εμπειρική ανάλυση που οδήγησε στον παραγωγικό και ακόμα μακρύτερα στον επαγωγικό και αναλογικό συλλογισμό (τετραδικότητα), η πορεία από το ζώο στον άνθρωπο ήταν προδιαγεγραμμένη.
Αντιλαμβανόμαστε λοιπόν ότι η σκέψη ήταν το αποτέλεσμα μιας ενταγμένης στη Φύση και πιθανώς προκαθορισμένης από αυτή διαδικασίας, η οποία όμως απαιτεί μια σταθερή και αδιάκοπη σχέση Μητέρας (Φύσης)-Κόρης (Σκέψης). Ο χωρισμός τους συνεπάγεται τον -αυτή τη φορά όχι συμβολικό αλλά υπαρξιακό- θάνατο της Περσεφόνης-Σκέψης.
Εκτός όμως από την απομάκρυνσή μας από τη Φύση μια άλλη αιτία της «ασκεψίας» είναι και η απομάκρυνση από το φθέγμα, τη γλώσσα. Οσο φτωχαίνει η γλώσσα τόσο φτωχαίνει και η σκέψη. Οσο οι λέξεις χάνουν το νόημά τους ή αυτό αλλοιώνεται τόσο η σκέψη αποδομείται και τείνει σε χαοτικές συμπεριφορές· γίνεται ένα εργαλείο του οποίου σε λίγο θα έχουμε χάσει τις οδηγίες χρήσης και θα μας είναι άχρηστο. Χωρίς το φθέγμα, η σκέψη θα είχε παραμείνει στο επίπεδο των αισθήσεων και των σκόρπιων αναμνήσεων.
Η γλώσσα είναι αυτή που μας επέτρεψε να ονομάζουμε τα πράγματα και να παράγουμε σύνθετους συλλογισμούς. Χωρίς αυτήν, η σκέψη μας θα έμοιαζε περισσότερο με εκείνη των ζώων, περιορισμένη νοητικά στο εύθραυστο παρόν. Οι λέξεις είναι τα εργαλεία της γλώσσας και εξ αυτού ο φορέας της σκέψης. Τα σύμβολα με τα οποία χαράζεται ο πίνακας της μνήμης. Χωρίς τις λέξεις η μνήμη μας θα είχε μόνο τα χαρακτηριστικά των νόμων του Παβλόφ. Οσον αφορά δε τη δομή της, αυτή θα ήταν χαοτική.
Οσο λοιπόν οι λέξεις απονοηματοποιούνται, ιδιαίτερα με τη δημιουργία μιας γλωσσικής σούπας λόγω της αστόχαστης σύμμειξης όλων των γλωσσών με τη σημερινή lingua franca, την αμερικανοαγγλική, τόσο οι λέξεις θα τείνουν να μοιάζουν με άνευ νοήματος ήχους και μαζί με αυτές και η σκέψη θα καταλήξει ένας κενός χώρος, ένας θόρυβος στον ανθρώπινο εγκέφαλο.
Πολλοί επικαλούνται ως μία από τις αιτίες που σιγά σιγά σταματάμε να σκεπτόμαστε την τεχνητή νοημοσύνη, από την οποία σύντομα θα απαιτούμε να σκέφτεται αυτή αντί για μας. Ομως από τη στιγμή που η σκέψη οδήγησε στον αλγόριθμο, το ζήτημα είναι αν ο αλγόριθμος μπορεί να οδηγήσει σε σκέψη. Η απάντηση μέσα από τη δική μου «σκέψη» είναι όχι.
Ο αλγόριθμος της τεχνητής νοημοσύνης είναι πληροφορία που βασίζεται σε και λειτουργεί με αμιγώς δυαδικό σύστημα (0 και 1). Η σκέψη λειτουργεί όπως και η φύση με τετραδικό σύστημα, παράδειγμα το DNA (A, C, G, T), το οποίο σύστημα έχει την ικανότητα να διευρύνει την τετραδικότητά του σε άπειρη πολλαπλότητα. Μέχρι λοιπόν η τεχνητή νοημοσύνη να λειτουργήσει σε τετραδικό σύστημα, κάτι που πρακτικά σήμερα είναι αδύνατο, δεν θα έχει τη δυνατότητα να υποκαταστήσει τη σκέψη. Και εφόσον δεν μπορεί να την υποκαταστήσει δεν είναι λογικό να φταίει αυτή για την «ασκεψία» του σύγχρονου ανθρώπου. Το αντίθετο, θα έλεγα. Με την ικανότητά της λόγω των άπειρων πληροφοριών που λαμβάνει υπόψη της, είναι βέβαιο ότι θα συντελέσει κατά κάποιον τρόπο στη διατήρηση αλλά και ανασύσταση της συλλογικής μνήμης και της αναστύλωσης των λέξεων στο πλαίσιο μιας οικουμενικής νοηματοδότησής τους, γεγονός που θα ενεργοποιήσει ξανά τη σκέψη συνδέοντας ακόμα και μια τυχαία πληροφορία με τη γνώση και τη μάθηση.
Μόνο με αυτόν τον τρόπο ο άνθρωπος θα μπορέσει να κάνει μια «επανεκκίνηση» του λειτουργικού του συστήματος, το οποίο έχει «κολλήσει» στο «πού και πώς», στο «ναι και όχι», ώστε να ξαναβρεί το «γιατί» και το «έστω ότι» για να περιπλανηθεί ξανά με περιέργεια και θαυμασμό στον «Κήπο» της Φύσης των Πραγμάτων. Φυσικά από τη στιγμή που η τεχνητή νοημοσύνη είναι ένα εργαλείο, πρέπει να έχουμε κατά νου ότι η αξία της και η αποτελεσματικότητά της δεν εξαρτώνται από την ίδια αλλά από τους κανόνες λειτουργίας που εμείς της θέτουμε.
* Συγγραφέας, νομικός
