Τα μεθοδολογικά εργαλεία και οι ιδεολογίες του 19ου και του 20ού αιώνα είναι ελλιπή για την ανάλυση του «ζοφερού νέου κόσμου» που φέρνει η κλιματική κρίση. Για να στοχαστούμε το μέλλον που διαμορφώνουν οι συνέπειες της οικολογικής κατάρρευσης, οφείλουμε να επινοήσουμε νέους τρόπους πρόσληψης της Ιστορίας: η ιστορική ματιά μας πρέπει να διευρυνθεί έτσι ώστε να συμπεριλάβει τόσο το βαθύ παρελθόν όσο και το βαθύ μέλλον του πλανήτη μας.
Αυτή είναι η σύνοψη της σκέψης του Ινδού ιστορικού Ντιπές Τσακραμπάρτι (Dipesh Chakrabarty), όπως αυτή ξεδιπλώνεται στο δοκίμιό του «Κλιματική αλλαγή και Ιστορία: Τέσσερις θέσεις».
Δεκαεπτά χρόνια μετά τη δημοσίευσή του (2009), το εμβληματικό αυτό δοκίμιο αποτελεί τη σημαντικότερη παρέμβαση στη φιλοσοφία της Ιστορίας αναφορικά με την κατανόηση της κλιματικής κρίσης. Για πρώτη φορά, το εν λόγω δοκίμιο μεταφράζεται και κυκλοφορεί στα ελληνικά από τις εκδόσεις Πλήθος, υπό την επιμέλεια του Ιάσωνα Ζαρίκου -μεταδιδακτορικού ερευνητή στο ΕΚΠΑ και επιστημονικού υπεύθυνου του προγράμματος «Η Κλιματική Κρίση και οι Ιδεολογίες στον 21ο αιώνα» στην Ακαδημία Αθηνών-, ο οποίος υπογράφει το πολυσέλιδο επίμετρο. Πρόκειται για ένα ριζοσπαστικό κείμενο που εξακολουθεί να εγείρει έντονες συζητήσεις, καθώς ο Τσακραμπάρτι ήταν από τους πρώτους κοινωνικούς επιστήμονες που ανέδειξαν την κοσμοϊστορική σημασία της αποσταθεροποίησης του κλίματος. Ο ριζοσπαστισμός του, όμως, δεν εξαντλείται στη διαπίστωση ότι η ιστορική επιστήμη οφείλει να συνδεθεί με τη Βαθιά Ιστορία (Deep History) του ανθρώπινου είδους, αλλά εντοπίζεται σε αυτή καθαυτή την πρόταξη του κλιματικού ζητήματος ως πρωτεύουσας παραμέτρου για ολική αλλαγή πλεύσης και άμεση ανάληψη πολιτικής δράσης (πόσο τραγικό ακούγεται αυτό σήμερα…).
Γεννημένος το 1948 στην Καλκούτα, ο Τσακραμπάρτι σπούδασε Φυσική και Διοίκηση Επιχειρήσεων, για να στραφεί εν συνεχεία στην Ιστορία. Κατόπιν μακράς θητείας στον μαρξισμό και στη μεταποικιακή θεωρία, συνειδητοποίησε ότι τα συγκεκριμένα διανοητικά εργαλεία είναι μεν χρήσιμα για την ερμηνεία της νεωτερικότητας και της παγκοσμιοποίησης, δεν επαρκούν ωστόσο για τη νέα πραγματικότητα της κλιματικής αποσταθεροποίησης, που πρέπει να ιδωθεί ως «ο νέος ορίζοντας του μέλλοντός μας».
Διαθέτοντας προσωπικά βιώματα (λόγω των φονικών πυρκαγιών του 2003 στην Αυστραλία), αλλά και εξαιτίας του πολυεπιστημονικού του υπόβαθρου, ο συγγραφέας των «Τεσσάρων θέσεων» επιχείρησε μια βαθιά επανεξέταση της ίδιας της φιλοσοφίας της Ιστορίας υπό το φως της σύγχρονης κλιματικής κρίσης. Μας κάλεσε να επινοήσουμε μια νέα ιστορική συνείδηση που θα εναρμονίζεται με την επιστημονικά τεκμηριωμένη παραδοχή ότι η αυξανόμενη υπερθέρμανση του πλανήτη είναι πραγματική· τα δε αίτιά της, ανθρωπογενή. Και είναι αυτή ακριβώς η ευρύτατη επιστημονική «συναίνεση για την πραγματικότητα του ανθρωπογενούς χαρακτήρα της κλιματικής αλλαγής» που ώθησε τον Τσακραμπάρτι να εγκαταλείψει κάθε σκεπτικισμό περί αυτής.
Το δοκίμιο δομείται γύρω από τέσσερις βασικές θέσεις που προβάλλουν:
● Την κατάργηση του διαχωρισμού ανάμεσα στη φυσική και την ανθρώπινη ιστορία.
● Την αναγνώριση του μετασχηματισμού του ανθρώπου ως όντος με γεωλογική ισχύ.
● Τη σύνδεση της ιστορίας του καπιταλισμού με την ιστορία της ανθρωπότητας ως είδους – ενός ανάμεσα στα εκατομμύρια του πλανήτη.
● Την υπέρβαση των ορίων της παραδοσιακής ιστορικής ανάλυσης μέσα από μια διεπιστημονική προσέγγιση που ενώνει κοινωνικές και φυσικές επιστήμες, για να κατανοήσει τις σύνθετες αιτίες και συνέπειες της κρίσης.
Ανατρέχοντας από την εποχή του Βίκο και του Χομπς μέχρι την Περιβαλλοντική Ιστορία και τους σύγχρονους επιστήμονες του κλίματος, ο Τσακραμπάρτι τονίζει ότι ο μετασχηματισμός του ανθρώπου ως γεωλογικού παράγοντα ικανού να μεταβάλει βαθιά τις θεμελιώδεις διεργασίες της Γης είναι μια σχετικά νέα συνθήκη: η ανθρωπότητα δεν είναι πλέον η ίδια που γνωρίζουμε καθ’ όλη την Εποχή της Ολόκαινου, η οποία ξεκίνησε πριν από 10.000-12.000 χρόνια. Τους τελευταίους τρεις αιώνες, από την απαρχή της Βιομηχανικής Επανάστασης, ο αυξανόμενος αντίκτυπος των ανθρώπινων δραστηριοτήτων στη Γη και κυρίως οι ανθρωπογενείς εκπομπές τεράστιων ποσοτήτων διοξειδίου του άνθρακα και μεθανίου στην ατμόσφαιρα (που επιταχύνθηκαν στο β’ μισό του 20ού αιώνα) προσέδωσαν στην ανθρωπότητα τον ρόλο του «πλανητικού δολοφόνου». Η εκθετική πληθυσμιακή μας αύξηση εντός ενός αιώνα (από 2,5 δισ. το 1950 σε πάνω από 10 δισ. μέχρι το 2050), σε συνδυασμό με τις ασύλληπτα καταστροφικές τεχνολογίες που αναπτύξαμε είναι δεδομένα που ώθησαν ορισμένους επιστήμονες να εισηγηθούν την έννοια της Ανθρωπόκαινου: μιας νέας εποχής, όπου ο άνθρωπος μπορεί να θεωρηθεί μια δύναμη ικανή να αλλάξει τις φυσικές δομές του πλανήτη σε βάρος της έμβιας ζωής· δύναμη εξίσου επιδραστική με τον αστεροειδή που πριν από 66 εκατομμύρια χρόνια εξάλειψε το 75% των ειδών
Για τον Τσακραμπάρτι, τα παραπάνω δεδομένα θέτουν εν αμφιβόλω όλα τα αφηγήματα περί ανθρώπινης ελευθερίας, μιας έννοιας που στη νεωτερικότητα θεμελιώθηκε στην ακόρεστη επιθυμία για υπεραφθονία υλικών αγαθών, στην κατασπατάληση των φυσικών πόρων και στην αέναη ανάπτυξη εντός ενός πεπερασμένου οικοσυστήματος, με ταυτόχρονη διεύρυνση των κοινωνικών ανισοτήτων. Παράλληλα, ο Ινδός συγγραφέας στηλιτεύει την ολοκληρωτική αδιαφορία των ιδεολογικών φορέων όλων ανεξαρτήτως των αποχρώσεων για την κλιματική κρίση, διατηρώντας απαισιοδοξία για την αποτελεσματικότητα της πολιτικής, λόγω της βραχυπρόθεσμης φύσης της.
Ηδη από το «μακρινό» 2009, με το βλέμμα του στραμμένο με δέος σε «εικόνες του μέλλοντος που αδυνατούμε να φανταστούμε», ο Τσακραμπάρτι μάς ζητά να αναστοχαστούμε τι είδους Ιστορία γράφουμε, αλλά και ποια Ιστορία είμαστε διατεθειμένοι να ζήσουμε.
