Το Μεγάλο Σάββατο εορτάζεται η «εις Αδου (τόπον) κάθοδος», δηλαδή η κατάβαση του Ιησού στον τόπο των νεκρών, στον Αδη, όπου ο Υιός του Θεού κηρύσσει στις ψυχές των μεταστάντων. Δεν υπήρξε άνθρωπος στη Γη που να μην ήλπισε, εναγωνίως, να υπάρχει μεταθανάτια ζωή, οπότε η κατάβαση στον κόσμο των νεκρών από θεούς, ή ήρωες, και κυρίως η επιστροφή από αυτόν είναι μια παγκόσμια παράδοση, που τη συναντάς από το Βαβυλωνιακό Επος του Γιλγαμές, που θεωρείται το αρχαιότερο λογοτέχνημα, μέχρι τη Θεία Κωμωδία, όπου ο Δάντης περιγράφει το ταξίδι του στον Αδη.
Στον Ομηρο, ο Οδυσσέας, για να συμβουλευτεί την ψυχή του μάντη Τειρεσία, κατεβαίνει φρίττοντας στον Αδη, μαζί με τους συντρόφους του, οι οποίοι, όταν ξαναγυρίζουν εντελώς φρικαρισμένοι στον κόσμο των ζωντανών, η μάγισσα Κίρκη τους χαρακτηρίζει «δισθανείς»: «Σχέτλιοι, οι ζώοντες υπήλθετε δώμ’ Αίδαο, δισθανέες, ότε τ’ άλλοι άπαξ θνήσκουσ’ άνθρωποι», δηλαδή «κακότυχοι, που ζωντανοί βρεθήκατε στον Αδη, δίταφοι, ενώ όλοι μια φορά στον κόσμο αυτόν πεθαίνουν».
Ο Αδης, λοιπόν. Το Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας λέει πως ο Αδης είναι ο τόπος κατοικίας των νεκρών κατά τις αντιλήψεις των αρχαίων και τις λαϊκές δοξασίες. Επίσης είναι η Κόλαση, αλλά είναι και το όνομα του θεού του Κάτω Κόσμου. Το όνομα «Αδης» προέρχεται από το αρχαίο «Αϊδης» και «Αΐδης», ενώ η ετυμολογία του είναι αβέβαιη. Αυτό το «Αϊδης» θα σήμαινε, λέει το λεξικό, «τον κοινό τόπο, τον τόπο όπου συνενώνονται κάποιοι και μπορούμε να τους δούμε όλους μαζί». Αν όμως η κύρια μορφή της ονομασίας ήταν ο τύπος «Αΐδης», τότε η λέξη θα σήμαινε «αθέατος, αόρατος, απρόσιτος», δηλαδή η κατ’ εξοχήν ιδιότητα του Αδη.
Ο Αδης, ο θεός του Κάτω Κόσμου, ο γιος του Κρόνου και της Ρέας και μεγαλύτερος αδελφός του Δία και του Ποσειδώνα, ήταν μάλλον ο ριγμένος στην κλήρωση που έκαναν τα τρία αδέλφια για τη μοιρασιά του κόσμου, μετά τη νίκη τους στην Τιτανομαχία: στον Δία έπεσαν οι ουρανοί και η παγκόσμια κυριαρχία, στον Ποσειδώνα οι θάλασσες και εν γένει κάθε υγρό στοιχείο, ενώ στον Αδη κληρώθηκε το αόρατο βασίλειο των νεκρών, ο Κάτω Κόσμος.
Ο θεός Αδης προξενούσε τρόμο στους αρχαίους. Εδώ που τα λέμε, κι όχι μόνο σ’ αυτούς – ποιος ζωντανός άνθρωπος δεν φοβήθηκε τον θάνατο; Αλλά οι αρχαίοι Ελληνες, φοβούμενοι ακόμα και να προφέρουν το όνομά του, εφηύραν έναν πολύ ενδιαφέροντα ευφημισμό, ο οποίος στηρίχτηκε σε μια διαπίστωση: αφού τα πολύτιμα ορυκτά, τα μέταλλα και οι πολύτιμες πέτρες, προέρχονται από το εσωτερικό της γης, από τον Κάτω Κόσμο που κυβερνάει ο Αδης, ο θεός λοιπόν που στη δικαιοδοσία του ανήκει και ο υποχθόνιος πλούτος ονομάστηκε «Πλούτων», ένα όνομα που παράγεται από τη λέξη πλούτος!
Ο χριστιανισμός, όπως και κάθε άλλη θρησκεία, επινοήθηκε κυρίως για να διασκεδάσει, με την υπόσχεση της αιώνιας ζωής, τον βαθύ, εγγενή, πρωταρχικό φόβο του θανάτου – ο έλεγχος των μαζών από το Ιερατείο ήταν το τίμημα αυτής της υπόσχεσης. Τα μεσάνυχτα του Σαββάτου θα ακούσουμε το «Χριστός Ανέστη», ένα χαρμόσυνο ποίημα, που λέει πως ο Ιησούς νίκησε τον Θάνατο με τον θάνατό του (θανάτω θάνατον πατήσας), όμως η πικρή αλήθεια είναι πως ο Αδης, ή ο Πλούτωνας, είναι «αμείλιχος», δηλαδή αδυσώπητος, άκαμπτος, ανεξίλαστος, και χάρες δεν κάνει σε κανέναν.
