Οταν διαβάζω για «μάρτυρες» που θυσιάστηκαν για την ιδεολογία τους, είμαι κάπως κουμπωμένος. Δυστυχώς, τη λέξη τη συναντάμε συχνά τον τελευταίο καιρό, με τον πόλεμο που κήρυξαν το σιωνιστικό Ισραήλ και η ιμπεριαλιστική Αμερική στο θεοκρατικό Ιράν, ο οποίος πόλεμος δίνει τη δυνατότητα σε πολλούς φανατικούς να «μαρτυρήσουν» για την πίστη τους. Τέτοιους «μάρτυρες» ζωσμένους δυναμίτες τούς έχουμε ξαναδεί να ανατινάζονται μέσα σε κάποια κοσμοπλημμυρισμένη αγορά, βέβαιοι όντες πως έχουν εξασφαλίσει έτσι, με την εθελούσια θυσία τους, με τη «μαρτυρία» τους, την αιώνια ζωή. Ασφαλώς είναι εντελώς άλλο πράγμα να μάχεσαι για τη ζωή και την ελευθερία, τη δική σου και των ανθρώπων σου, και εντελώς άλλο να επιδιώκεις έναν μαρτυρικό θάνατο, τον δικό σου και των άλλων, για να κερδίσεις (και με ξένα κόλλυβα) ένα καλό οικόπεδο στον Παράδεισο, με θέα τη χορεία των αγγέλων, ή τα ουρί με τα «μεγάλα, υπέροχα μάτια», όπως περιγράφει το Κοράνι την «Τζάνα», τον Παράδεισο των ευσεβών (σούρα 56:10-38).
Μακάρι όλοι οι μάρτυρες να ήταν απλώς εκείνα τα πρόσωπα που είναι παρόντα σε συγκεκριμένο συμβάν και έχουν προσωπική αντίληψη του γεγονότος, όπως ορίζει τη λέξη «μάρτυρας» το Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας. Ή, κι εκείνοι που καταθέτουν ενόρκως σε δικαστική ή άλλη Αρχή ό,τι υπέπεσε στην αντίληψή τους και αφορά υπόθεση η οποία ερευνάται δικαστικώς. Μακάρι ο μάρτυρας να ήταν μόνο εκείνο το πρόσωπο που καταθέτει την αλήθεια, όπως την εννοεί κι όπως τη θυμάται, αυτοβούλως και ειρηνικώς, και όχι με το σουγιά στο κόκαλο και το λουρί στον σβέρκο, όπως πολλοί μάρτυρες και μεγαλομάρτυρες της Εκκλησίας. Αλλωστε, η αρχαία λέξη «μάρτυς» κατάγεται από την ινδοευρωπαϊκή ρίζα (s)mer, που σημαίνει «θυμούμαι». Από την ίδια ρίζα έχουμε το λατινικό «memoria», που έχει δώσει το αγγλικό «memory» και το γαλλικό «mémoire».
Μακάρι η λέξη «μαρτύριον», από το ουσιαστικό «μάρτυς», να διατηρούσε την αρχική της, αρχαία σημασία, δηλαδή «μαρτυρία, απόδειξη, υπενθύμιση». Αυτή η έννοια της λέξης απαντά ακόμα και στη Μετάφραση των Εβδομήκοντα – στον Ψαλμό 119 λέει «κλίνον την καρδίαν μου εις τα μαρτύριά σου». Ομως, σήμερα, «μαρτύριο» είναι η σκληρή δοκιμασία, η δεινή κακοποίηση, που μπορεί να οδηγήσει μέχρι και στον θάνατο. Μαρτύριο στην εκκλησιαστική ορολογία σημαίνει (φυσικά…) τα σωματικά βασανιστήρια και τον βίαιο θάνατο που υπέστησαν πολλοί χριστιανοί για την πίστη τους από τους ειδωλολάτρες ή, σε νεότερες εποχές, από τους αλλόπιστους.
Αυτοί οι μάρτυρες του Χριστού, όπως μαθαίνουμε από τις μακάβριες αφηγήσεις στους Βίους Αγίων, πέθαναν πανευτυχείς, αναπέμποντας ύμνους στον Θεό, γιατί αυτή η φωτιά ή το λιοντάρι που κατέτρωγε τη σάρκα τους ήταν το εισιτήριό τους για την αιώνια ζωή. Αυτή η επιδίωξη της ηδονής του μαρτυρίου είναι το σήμα κατατεθέν κάθε φανατικού, θεοκαμένου ζηλωτή, που βλέπει τον Θεό όχι στην αγάπη, την ειρήνη, το γέλιο και τη χαρά, όχι στη Φύση ή στα ανθρώπινα πρόσωπα, παρά μόνο μέσα στον πόνο και στον θάνατο. Κάτι που φυσικά δεν ισχύει μόνο για το Ισλάμ και τη Χριστιανοσύνη, αλλά για όλες τις θρησκείες και τα δόγματα που χρειάζονται το αίμα των μαρτύρων για να ευδοκιμήσουν.
Ομως, μόνο τη μνήμη του θα έπρεπε να καταθέτει ένας μάρτυρας – κι όχι την ιδεοληψία και τη ζωή του, τη δική του και των άλλων.
