ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Εύα Νικολαϊδου
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Τίποτα δεν είναι άξιο να το δούμε αν δεν το βλέπουμε με φρέσκια ματιά. Με τη δική τους καλαισθησία και παιδεία, οι αδελφές Μαριάννα και Χριστίνα Κάλμπαρη πετυχαίνουν μια εναρμόνιση στη συνεργασία τους.

Μερικές φορές, οι λέξεις, οι σκέψεις έρχονται ανεμπόδιστα. Αναδύονται πηγαία αισθήματα, σχέδια, όνειρα. Ετσι ένιωσα μέσα από την κουβέντα μας. Η αφήγησή τους είναι μια περιπλάνηση στον θεατρικό χώρο με την (καλλιτεχνική διευθύντρια του Θεάτρου Τέχνης και σκηνοθέτρια) Μαριάννα και στον εικαστικό με τη (ζωγράφο, σκηνογράφο κι ενδυματολόγο) Χριστίνα. Βρίσκουν, όμως, και οι δύο καινούργιες εισόδους στο μυστήριο της τέχνης που συνθέτουν με ομορφιά, εικόνα και λόγο.

Στην Πινακοθήκη Χατζηκυριάκου – Γκίκα όπου συναντηθήκαμε πέτυχε ο αείμνηστος Αγγελος Δεληβορριάς να ενώσει τη γενιά του ’30. Να βλέπουμε μέσα από τα χειρόγραφα και τα προσωπικά τους αντικείμενα ότι συνομιλούν οι εκπρόσωποι της γενιάς. Αυτός ο χώρος είναι που εμπνέει τους καλλιτέχνες και εκφράζονται στη δική τους διάσταση.

● Μαριάννα, έχουμε μια κοινή αγάπη, την Ελλη Αλεξίου. Τι σε συγκίνησε όταν τη γνώρισες;

Μαριάννα Κάλμπαρη: Ημουν 12 ετών κι είχα διαβάσει όλα της τα βιβλία. Τότε έγραφα κι ήθελα πάρα πολύ αυτός ο άνθρωπος που αγαπούσα, να διαβάσει κάτι δικό μου. Ο πατέρας μου της ζήτησε να πάμε. Οταν τη συνάντησα, κεντούσε το όνομα του Γκαγκάριν και μου είπε: «Εδώ κεντώ τα ονόματα όσων άλλαξαν τον κόσμο». Ηταν συγκλονιστική. Θα ήθελα πολύ να την είχα δασκάλα.

● Πώς κύλησαν τα παιδικά χρόνια;

Χριστίνα Κάλμπαρη: Είμαστε τέσσερα αδέρφια. Εγώ είμαι η μικρότερη, η Μαριάννα η μεγαλύτερη. Πάντα τη θαύμαζα και με ενέπνεε.

Μ.Κ.: Γεννηθήκαμε και μεγαλώσαμε στην Αθήνα. Ημασταν μια πάρα πολύ ωραία οικογένεια. Τέσσερα παιδιά και το καθένα έχει από δύο δικά του. Ο πατέρας μας δεν ζει πια.

Χ.Κ.: Ηταν πολύ ωραίο το ότι υπήρχε καλλιτεχνική υποστήριξη στο σπίτι. Κυρίως για τη ζωγραφική, ο μπαμπάς μου είχε μεγάλη αγάπη κι εμένα με έσπρωξε. Πάντα ήξερα ότι θα γίνω ζωγράφος.

Μ.Κ.: Ενώ εγώ έπρεπε να δώσω μάχη για να ασχοληθώ με το θέατρο.

Χ.Κ.: Κάπως βρεθήκαμε να δουλεύουμε στον ίδιο χώρο. Με το «Νέο Αίμα».

Μ.Κ.: Εφυγα απ’ το σπίτι μόλις τελείωσα το σχολείο, πήγα στο Παρίσι να σπουδάσω.

Χ.Κ.: Τότε πήγαινα Γ’ Γυμνασίου. Υπήρχε ένα τεράστιο κενό. Με τη Μαριάννα ξαναβρεθήκαμε, όταν γύρισε, σε έναν κοινό βιομηχανικό χώρο όπου είχα το εργαστήριό μου κι εκείνη ξεκινούσε πρόβες για την πρώτη της παράσταση. Ημασταν σε φάση πειραματισμού για το πώς μπορούμε να δουλέψουμε παρέα. Ηταν η πρώτη δουλειά που κάναμε.

● Πώς χτίστηκε η επαγγελματική σας σχέση;

Μ.Κ.: Σιγά σιγά, δεν έγινε επειδή είμαστε αδελφές, αλλά την πρώτη φορά κάπως από μόνο του.

Χ.Κ.: Πάντα είχαμε μια κοινή γλώσσα και κοσμοθεωρία. Πέρα από τη συγγένεια του αίματος υπάρχει και η αισθητική που μας έφερε κοντά.

Μ.Κ.: Στην αρχή δεν ήταν τόσο εύκολη η συνεργασία ακριβώς επειδή είμαστε αδελφές. Τώρα όταν συνεργαζόμαστε έχουμε πολύ επαγγελματική σχέση.

Χ.Κ.: Μπορούμε να συνεννοηθούμε άμεσα, χωρίς τυπικότητες. Υπάρχει ειλικρίνεια και κάθε διαφωνία την αντιμετωπίζουμε όπως με κάθε άλλο συνεργάτη χωρίς παρεξηγήσεις.

Μ.Κ.: Οταν υπάρχει μια βαθύτερη σχέση, πολλώ μάλλον αδερφική, δεν σ’ ενδιαφέρει καθόλου να αρέσεις στον άλλον. Να αποδείξεις κάτι. Οπως είναι στον έρωτα ή σε κάποιον που δεν γνωρίζεις, που αναζητάς την επιβράβευση.

Με τη Χριστίνα μάς ενώνει μια πολύ βαθιά περιέργεια για τα πράγματα. Μας αρέσει πολύ η μάθηση. Το θέατρο σου ανοίγει πολλές πόρτες και παράθυρα σε κόσμους που δεν γνωρίζεις. Να διαβάσεις, να μάθεις πράγματα που δεν ξέρεις. Και μέσα από αυτά, τον εαυτό σου.

Χ.Κ.: Η Μαριάννα δίνει χώρο. Δεν έρχεται με μια προκατασκευασμένη ιδέα και λέει ότι θα κάνουμε αυτό. Αυτό σημαίνει εξέλιξη προσωπική και στην τέχνη που τελικά είναι μια απόλαυση για εμάς.

Χ.Κ.: Στην αρχή είναι πιο δύσκολο γιατί ο καθένας έχει τον δικό του τρόπο και όραμα. Το θέατρο βοηθάει πολύ σε αυτήν την τριβή, να μάθεις τη συλλογικότητα. Αποκτάς τις δεξιότητες του να είσαι διαλλακτικός, να δίνεις χώρο στον άλλο. Για μένα ήταν πρόκληση το να ασχοληθώ με το θέατρο, γιατί ήμουν πάντα στο εργαστήριο που είναι μια μοναχική δουλειά. Το να έχω τη δυνατότητα παράλληλα να δουλεύω συλλογικά σε μια θεατρική παράσταση με έχει μάθει σε αυτήν την εξωστρέφεια που μου αρέσει πάρα πολύ.

● Τι σας εντυπωσιάζει σ’ έναν κόσμο που αλλάζει;

Μ.Κ.: Πόσο αλλάζουμε… Υπάρχει ένα κομμάτι μας που δεν αλλάζει ποτέ, αυτό είναι πολύ όμορφο. Αλλά τι διαδρομή διαγράφει κανείς. Εχουμε κι οι τρεις μας την τύχη να έχουμε γνωρίσει έναν κόσμο που έχει αλλάξει πολύ. Εκατό χρόνια πριν δεν θα μπορούσαμε να είμαστε καν εδώ και να συζητάμε.

● Ποια είναι η θέση της Ελληνίδας στην τέχνη και ως πρωταγωνίστριας και ως καλλιτέχνιδας;

Χ.Κ.: Πιστεύω ότι ακόμα η γυναίκα παλεύει με έναν τρόπο που δεν είναι πια θυματοποιημένος. Εχουμε βρει τον χώρο μας αλλά αυτό πρέπει να συνεχίσει. Δεν το λέω με φεμινιστική διάθεση, γιατί πολλές φορές λες κάτι και σου βάζουν μια ετικέτα στην οποία δίνουν μια πολύ διαφορετική ερμηνεία.

Μ.Κ.: Γιατί όχι με τέτοια διάθεση; Εγώ είμαι φεμινίστρια και με πολύ μεγάλη χαρά το λέω. Υπάρχει το αφήγημα «πάλι τα ίδια θα πούμε;» Ναι, γιατί για αιώνες δεν τα έχουμε πει. Και τα έργα δεν τα διαβάζαμε με αυτόν τον τρόπο. Τα έργα και της κλασικής δραματουργίας τα διαβάζαμε όλα μέσα από την αντρική ματιά.

Χ.Κ.: Κάποιος έχει διαμορφώσει τον τρόπο που σκεφτόμαστε ως γυναίκες μέχρι τώρα κι αυτό πρέπει να ξεπεραστεί. Αντιδρώ στην πολύ περιοριστική ετικέτα που έχουν βάλει στον φεμινισμό.

Μ.Κ.: Ο φεμινισμός είναι ο αγώνας να προσπαθείς για κάτι που ακόμα δεν υπάρχει. Μας κάνουν να πιστεύουμε ότι είναι κακό να είσαι φεμινίστρια. Οχι, είναι πάρα πολύ σωστό.

Χ.Κ.: Βοηθάει πολύ όταν οι άντρες γύρω σου δίνουν χώρο να ακουστεί η φωνή της γυναίκας. Δεν είναι ότι είμαστε μόνες μας μια ομάδα γυναικών που πορευόμαστε. Το ιδανικό είναι να συνυπάρξουμε όλοι και να μην ξαναδημιουργηθούν τέτοιες καταστάσεις, να μη γυρίσουμε πίσω.

Μ.Κ.: Αν αυτά τα ζητήματα ήταν λυμένα δεν θα έπρεπε καν να τα συζητάμε.

● Εχεις υπηρετήσει από πολλές θέσεις. Τι σε τράβηξε στον χώρο της τέχνης και τι είναι περισσότερο ελκυστικό για σένα;

Μ.Κ.: Το καθένα είναι κάτι ξεχωριστό κι όλα μαζί το ίδιο πράγμα. Απλώς κάθεσαι σε άλλη θέση στο τραπέζι. Προφανώς, η καλλιτεχνική διεύθυνση του Θεάτρου Τέχνης έχει πολύ μεγαλύτερη ευθύνη. Είναι βέβαια σαν να σκηνοθετείς μια πολύ μεγάλη παραγωγή που πρέπει να φτιάξεις τις συνθήκες και τον χώρο για να δημιουργήσουν άλλοι άνθρωποι.

Σκέφτομαι πολλά πράγματα αυτήν την περίοδο και προσπαθώ να ανασυγκροτηθώ. Αλλάζουν πολλά στο θέατρο και στον κόσμο μας, άλλωστε το θέατρο είναι καθρέφτης του. Για να κάνει κάποιος καλλιτεχνική διεύθυνση πρέπει να είναι σε έναν οργανισμό που χρηματοδοτείται πάγια. Πολύ συχνά εγώ προσπαθώ να βρω χρήματα για το θέατρο, πώς να επιβιώσει, που είναι εξαντλητικό. Αυτό λειτουργεί αρνητικά προφανώς στο καλλιτεχνικό κομμάτι, αλλά μου τρώει και την ψυχή. Κι αυτό όμως το αγαπώ, γιατί αγαπώ το θέατρο πάρα πολύ από πολύ μικρή. Είναι ο ζωτικός μου χώρος. Αγαπώ πολύ τον άνθρωπο και -ακριβώς γι’ αυτό- το θέατρο μου δίνει αυτή τη χαρά. Πιστεύω πολύ στην ιαματική του ιδιότητα και ότι μπορεί να αλλάξει τον κόσμο, όσο κι αν ακούγεται μεγαλεπήβολο. Οχι με δραματικό τρόπο· λίγο λίγο, ανοίγοντας άλλα παράθυρα στον άνθρωπο και κυρίως ανοίγοντας την ψυχή του.

Ειδικά μέσα στην εποχή της λατρείας της εικόνας και της ψηφιοποίησης θεωρώ ότι γίνεται ακόμα πιο πολύτιμος ο χώρος του θεάτρου κι αυτό πρέπει να το διαφυλάξουμε. Η ζωντανή επικοινωνία και στο δημιουργικό κομμάτι -ότι είμαστε μεταξύ μας και δουλεύουμε- αλλά και μετά, όταν αυτό που έχουμε φτιάξει είναι έτοιμο για να ενωθεί με το κοινό. Ολο αυτό είναι μια μοναδική εμπειρία που τίποτε άλλο δεν μπορεί να σου τη δώσει.

Πάρα πολλά χρόνια προσπαθώ με διάφορες δράσεις να ενισχύσω τις διαδικασίες στήριξης της δραματουργίας, των δημιουργών. Χρειάζονται ευκαιρίες, ειδικά η θεατρική γραφή.

● Ποιο είναι το δικό σου όραμα;

M.K.: Στόχος μου είναι η Αθήνα, η πόλη που γέννησε το θέατρο, να γίνει ένα κέντρο για το σύγχρονο θέατρο. Η πόλη που κάποιος την επισκέπτεται για να παρακολουθήσει, που δημιουργούνται συνθήκες για να στήνονται διεθνείς συμπαραγωγές.

Το πρώτο μέρος της ιδέας λειτούργησε πάρα πολύ καλά τον Δεκέμβριο. Ηρθαν πολλά έργα που δουλεύονται τώρα για να μπορέσουν να παρουσιαστούν σε ένα διεθνές κοινό. Αυτό είναι κάτι που θα πάρει χρόνο. Αυτά που ονειρεύομαι θα μπορούσαν να συμβούν σε έναν ορίζοντα τριετίας. Επίσης, χρειάζονται πολλά χρήματα.

Χ.Κ.: Η αλήθεια είναι ότι το θέατρο έχει πολύ μεγαλύτερη υποστήριξη απ’ ό,τι τα εικαστικά. Θεωρώ ότι το ιδανικό για τους εικαστικούς καλλιτέχνες είναι να μπορέσουν με κάποιον τρόπο να βρουν την εξωστρέφεια από μόνοι τους. Ολο το δημιουργικό που έχουν να μπορεί να εφαρμοστεί και σε άλλους τομείς, ακόμα και σε επιχειρηματικότητα. Υπάρχει ένα κενό στην κοινωνία, στο δημιουργικό κομμάτι, που μπορεί να συμπληρωθεί από τους εικαστικούς καλλιτέχνες. Να υπάρξει εφαρμογή των εικαστικών τεχνών. Να απορροφηθούν και να δείξουν τη δουλειά τους.

Μ.Κ.: Το μεγάλο πρόβλημα αυτή τη στιγμή στην τέχνη παγκοσμίως αλλά πολύ έντονα στην Ελλάδα είναι ότι δεν υπάρχουν οι συνθήκες για να μπορούν οι άνθρωποι να αφοσιωθούν σε αυτό. Οι πραγματικά καλές παραστάσεις είναι αυτές που έχουν από πίσω τεράστιο όγκο δουλειάς, χορηγούς και συνθήκες που επιτρέπουν στους ανθρώπους να δουλέψουν απερίσπαστα εκεί.

● Πώς σχολιάζετε τη σημερινή πολιτιστική κατάσταση;

Χ.Κ.: Στο εικαστικό κομμάτι υπάρχει μια μεγάλη τρύπα. Επειδή έχει πέσει όλο το βάρος στο θέατρο και την ανάδειξη του αρχαίου πολιτισμού, αυτό το τόσο σημαντικό κομμάτι απορώ γιατί δεν αναδεικνύεται.

Μ.Κ.: Στο θέατρο υπάρχει τεράστιο οικονομικό πρόβλημα. Ολο αυτό που δημιουργήθηκε με τις σχολές, που ξεκίνησε από την ιδιωτική τηλεόραση. Εφερε πάρα πολλά νέα παιδιά στο θέατρο, αυτά έφεραν πάρα πολλές σχολές. Καταλαβαίνω την ανάγκη των νέων παιδιών να εκφραστούν και το θέατρο φαντάζει πάντα ως η πιο προσιτή λύση.

● Τι ετοιμάζετε τώρα;

Μ.Κ.: Θα κάνουμε μαζί το «Πηνελόπες και Πηνελοπιάδες», τον Μάρτιο. Είναι περισσότερο ένα άνοιγμα σε ένα κοινό γυναικών που θέλουν να πουν τις δικές τους ιστορίες με αφορμή την Οδύσσεια, γιατί αυτή είναι ένα μέτρο των ηθών κάθε εποχής. Εχει πάρα πολύ ενδιαφέρον η «Πηνελοπιάδα» της Μάργκαρετ Ατγουντ, που είναι ευφυέστατος ο τρόπος που τη διαβάζει. Εχουμε ακούσει για πάρα πολλές Οδύσσειες, μας έχουν απασχολήσει τα ταξίδια των αντρών προκειμένου να ανακαλύψουν τον εαυτό τους και τον κόσμο και όχι των γυναικών.

Οι «Πηνελοπιάδες» εκτυλίσσονται συνήθως κεκλεισμένων των θυρών, μπροστά από έναν αργαλειό, όπου υφαίνεις αλλά μπορείς και να ξεϋφάνεις. Ποιος είναι ο δικός σου αγώνας, το δικό σου ταξίδι. Το μέγα ζήτημα είναι πάντα το πώς η κοινωνία ελέγχει τη γυναικεία σεξουαλικότητα με πολλούς διαφορετικούς τρόπους και συνεχίζει και σήμερα, παρότι έχουν αλλάξει τόσο πολύ τα πράγματα.

Χ.Κ.: Επειδή εμένα δεν μου αρέσει η θυματοποιημένη εικόνα της γυναίκας και θέλω να τη βλέπω ως μια δυναμική παρουσία μέσα στην κοινωνία, όχι ό,τι μας καταπιέζει και μας έχει παγιδεύσει. Είναι στο χέρι μας μέσα από την τέχνη, τη μητρότητα, την επαγγελματική σταδιοδρομία να βρούμε τον χώρο μας και να ακουστούνε οι φωνές μας χωρίς να χρειάζεται να νιώθουμε ότι είμαστε τα θύματα.

● Τι μπορεί να μας σώσει;

Μ.Κ.: Στον κόσμο που ζούμε η κατάσταση είναι πολύ ζοφερή.

Χ.Κ.: Ο φασισμός υπάρχει παντού.

Μ.Κ.: Είναι γεμάτος ο κόσμος από μικρούς Τραμπ κι έχουν πάρει μεγάλο θάρρος. Είναι τρομακτικό το πόσο έχει ευτελιστεί το επίπεδο της πολιτικής κι αυτά που ακούγονται. Από την άλλη, μαζί με αυτή την παράνοια και τους κινδύνους ανάφλεξης παντού, με την αδικία και τον πόνο και την πείνα και τα προβλήματα εμένα αυτό που με τρομάζει πιο πολύ απ’ όλα είναι ότι περάσαμε 50-60 χρόνια, που πιστεύαμε ότι ο κόσμος θα πήγαινε μόνο μπροστά και η ζωή θα γίνεται όλο και καλύτερη, και τελικά διαψευστήκαμε. Το μόνο που μπορεί να μας σώσει απέναντι σε αυτόν τον μεγάλο κίνδυνο είναι η γνώση, η εκπαίδευση και ο πολιτισμός.

Χ.Κ.: Είναι πάρα πολύ σημαντικό να μην ευνουχίζουμε και την ελπίδα της νέας γενιάς. Πρέπει με κάποιον τρόπο να τους εμφυσήσουμε την αισιοδοξία που είχαμε στην ηλικία τους. Να ξεπεράσουμε τον φόβο που έχουμε για το μέλλον. Να τους περάσουμε την αίσθηση ότι πρέπει να αντιδράσουν και να επαναστατήσουν για τα αυτονόητα που είχαμε εμείς. Εμένα αυτό με στενοχωρεί πολύ.