Κατά την εξέταση του μοναρχικού πολιτεύματος στην Πολιτική Πραγματεία (Π.Π.), ο Σπινόζα σπεύδει να τονίσει ότι η αλαζονεία [superbia] αποτελεί ίδιον των κυβερνώντων, ενώ ως κύρια «πηγή» ανάδυσής της ορίζεται η άσκηση της εξουσίας. Οταν, δε, η εξουσία ασκείται παρατεταμένα −όπως στην περίπτωση των ευγενών, οι οποίοι «αποσκοπούν σε αιώνια τιμητικά αξιώματα» (Π.Π., 175)− φαίνεται πως η αλαζονεία έχει την τάση να αυξάνεται.
Ομολογουμένως, αυτή η «αναλογική» σχέση μεταξύ εξουσίας και αλαζονείας αποκτά μεγαλύτερο ενδιαφέρον, μόλις προσθέσουμε στην εξίσωση τον ορισμό του αισθήματος της έπαρσης. Σύμφωνα με την Ηθική (Η), η έπαρση εκφράζει μια συναισθηματική κατάσταση κατά την οποία κάποιος υπερτιμά τον εαυτό του και υπερηφανεύεται για πράγματα που ο ίδιος νομίζει ότι έχει πραγματοποιήσει∙ πρόκειται δηλαδή «για ένα είδος παραληρήματος, επειδή ο άνθρωπος ονειρεύεται με τα μάτια ανοιχτά ότι μπορεί να κάνει όλα εκείνα που μόνο στη φαντασία του τα επιτυγχάνει, και για τον λόγο αυτό τα ενατενίζει ωσεί πραγματικά και καμαρώνει για αυτά» (Η, 267).
Δευτερευόντως, μολονότι η αλαζονεία συνιστά καταφανώς ελάττωμα, ενδύεται τον ιδεολογικό «μανδύα» του προτερήματος όταν εξετάζεται από τη σκοπιά των εξουσιαστών∙ πρόκειται για αναποδογύρισμα της τάξης των πραγμάτων. Απορροφημένοι από την παραληρηματική τους έπαρση, εκείνοι που ασκούν την εξουσία (επιθυμώντας διακαώς μια «ιδιοκτησιακή» σχέση μαζί της) συνήθως δεν αντιλαμβάνονται την αλαζονεία τους: την έχουν απωθήσει, μετατρέποντάς τη σε «κανονικότητα». Εφόσον μόνο οι ίδιοι ασχολούνται με τις κοινές υποθέσεις του κράτους, επιτρέπουν στους εαυτούς τους να αισθανθούν «άριστοι». Με αυτόν τον τρόπο, καταφέρνουν να αποσπαστούν από τον «βουτηγμένο» στα ελαττώματα όχλο. Οπως χαρακτηριστικά αναφέρει ο Σπινόζα, «η αλαζονεία των ευγενών είναι διακοσμημένη με μεγαλοπρέπεια, πολυτέλεια, χλιδή, μια κάποια αρμονία ελαττωμάτων, είναι ηλίθια με τρόπο λαμπρό και ανήθικη με τρόπο κομψό: ούτως ώστε αυτά τα ελαττώματα, που αν εξεταστούν το καθένα χωριστά είναι εμφανώς επαίσχυντα και απεχθή, να φαίνονται αξιότιμα και εξαίρετα στους αμαθείς και τους αφελείς» (Π.Π., 175).
Αρθρώνοντας τον ιδεολογικό μηχανισμό του κοσμοειδώλου τους, οι αλαζόνες εξουσιαστές μεταθέτουν κάθε πηγή ελαττώματος στους εξουσιαζόμενους υπηκόους. Ετσι, «κατασκευάζουν» έναν όχλο συνήθως φθονερό, αλλά κυρίως θρασύ. Η «θρασύτητα» του όχλου προκύπτει από το γεγονός ότι οι πολίτες, συχνά-πυκνά, επιθυμούν να διατυπώνουν κρίσεις και απόψεις ως προς τον τρόπο που διαχειρίζονται οι κυβερνώντες τις κοινές υποθέσεις του κράτους. Η απωθημένη και «εξαφανισμένη» αλαζονεία εμφανίζεται τώρα στις τάξεις των πολλών∙ χρειάζεται πράγματι περίσσια έπαρση για να διατυπώνει κρίσεις κάποιος που ουδεμία σχέση έχει με τη διαχείριση των κοινών. Επεται ότι ο συνδυασμός «ασχετοσύνης» και «επιθυμίας για άποψη» καθίσταται για την εξουσία αφόρητος.
Βεβαίως, όπως καταδεικνύει σαφώς ο Σπινόζα, το αναποδογύρισμα της τάξης των πραγμάτων ενεργοποιείται και πραγματοποιείται από τους ίδιους τους εξουσιαστές, εφόσον οι ίδιοι ασκούν την πολιτική τους εν κρυπτώ. Το ότι «ο όχλος είναι ξένος προς κάθε αλήθεια και κάθε κρίση δεν είναι παράξενο, εφόσον οι σημαντικότερες υποθέσεις του κράτους ρυθμίζονται εν αγνοία του, και δεν του απομένει παρά να τις μαντεύει από κάποια γεγονότα, που είναι απολύτως αδύνατο να του τα αποκρύψουν» (Π.Π., 175). Διαφαίνεται, λοιπόν, ότι εκείνοι που ασκούν εξουσία, παρά τις επίμονες προσπάθειες για μετάθεση του αλαζονικού τους χαρακτήρα στους πολίτες, διατηρούν ακέραιο τον πυρήνα της αλαζονείας τους, αφού συνεχίζουν να σκέφτονται παραληρηματικά: επιθυμούν να αποφασίζουν συστηματικά εν αγνοία των πολλών, ωστόσο, την ίδια στιγμή, απαιτούν οι εξουσιαζόμενοι να μην εκφέρουν καμία άποψη για την εμφανή αποκοπή τους από τις κοινές υποθέσεις.
Τούτων δοθέντων, το παραλήρημα της έπαρσης συναντά εν τέλει την απαράμιλλη ανοησία της αλαζονικής πολιτικής: «Συνεπώς, το να θέλει κανείς να ενεργεί πάντοτε εν αγνοία των πολιτών, απαιτώντας ταυτόχρονα από αυτούς να μη διατυπώνουν λανθασμένες κρίσεις και κακοπροαίρετες ερμηνείες, αυτό αποτελεί το αποκορύφωμα της ανοησίας» (Π.Π., 175-176). Ετσι, ο Σπινόζα τοποθετεί το μείζον πρόβλημα της εύρυθμης λειτουργίας της πολιτείας στο επίπεδο της διαφάνειας. Αν ο όχλος μπορούσε, τονίζει, να αρθρώνει ορθές κρίσεις για ζητήματα από τα οποία τον αποκλείουν, τότε «θα του άξιζε ασφαλώς να κυβερνά παρά να υπακούει» (Π.Π., 176). Πώς όμως μπορεί ένας λαός να διεκδικήσει τη συμμετοχή του στην πολιτική αλήθεια, όταν η ίδια «παντού και πάντοτε διαστρεβλώνεται από όσους θίγει ή καταδικάζει» (Π.Π., 176); Αυτό το καίριο και ζωτικό για οποιοδήποτε πολιτικό σώμα ερώτημα μοιάζει να αξιώνει απάντηση σε κάθε ιστορική στιγμή.
ΥΓ.: Οποιαδήποτε ομοιότητα με πρόσωπα ή καταστάσεις της τρέχουσας πολιτικής συγκυρίας είναι εντελώς συμπτωματική.
* Υπ. διδάκτορας Φιλοσοφίας, ΑΠΘ
