ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Νόρα Ράλλη
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

«Το ψέμα του μυαλού» είναι ένα από τα πιο σημαντικά έργα του Αμερικανού δραματουργού Σαμ Σέπαρντ, του ηθοποιού, σκηνοθέτη και συγγραφέα που με τις δύο τελευταίες του ιδιότητες έχει βραβευτεί όσο κανείς άλλος (μεταξύ αυτών και με Πούλιτζερ), ενώ με τον πρόωρο θάνατό του το 2017, σε ηλικία 73 ετών, άφησε πίσω του περισσότερα από 60 θεατρικά, πεζογραφήματα και βιβλία ποίησης. Μάλλον ο έτερος σπουδαίος συγγραφέας Εντουαρντ Αλμπι το είπε καλύτερα από όλους: «Το θέμα των θεατρικών έργων του Σέπαρντ είναι πολύ λιγότερο ενδιαφέρον από τον τρόπο με τον οποίο το διαχειρίζεται». Το «ψέμα του μυαλού» ανήκει με αυτή την κατηγορία, είναι ίσως το πιο σύνθετο και δραματουργικά πλήρες έργο του, ενώ ως θεατρικό σε σκηνοθεσία Ελένης Σκότη, από την Ομάδα ΝΑΜΑ, στο Σύγχρονο Θέατρο είναι από τις καλύτερες παραστάσεις της σεζόν. Και, ναι, ο Σέπαρντ μπορεί να περιγράφει εξαιρετικά την αμερικανική ήπειρο και τους ανθρώπους της και αυτό ίσως να ξενίζει, αλλά η συγκεκριμένη παράσταση γίνεται τραγικά καίρια με τα όσα συμβαίνουν. Πέρα, όμως, κι από το ίδιο το έργο, η παράσταση είναι αυτό που λέμε «καλό θέατρο» και αυτό από μόνο του αρκεί.

Δεν αρκείται, ωστόσο, ούτε η σκηνοθέτρια ούτε οι ηθοποιοί σε αυτό. Ο Γιώργος Τριανταφυλλίδης γίνεται ο βίαιος Τζέικ που χτυπά άγρια τη σύζυγό του Μπεθ, την εγκαταλείπει και μετά γίνεται ο ίδιος ένας ιδιότυπος «ήρωας/σούπερμαν», που όμως, αντί να πετά, γειώνεται όλο και περισσότερο στην τοξική σχέση με τη μητέρα του, το παρόν και το παρελθόν του. Η Μαρία Δαμασιώτη ως Μπεθ γίνεται το κορίτσι που ζει με τις ψευδαισθήσεις μιας άλλης ζωής, μιλώντας (κυριολεκτικά και συμβολικά) μια διαλυμένη γλώσσα. Στον αντίποδα, τα αδέρφια του Τζέικ, που υποδύονται εξαιρετικά οι Βαγγέλης Αμπατζής και Ηβη Νικολαΐδου, πατούν πραγματικά στη γη και αγωνίζονται να συνυπάρξουν με τον σουρεαλισμό της ίδια της αμερικανικής κατασκευασμένης πραγματικότητας. Ο Ορέστης Τζιόβας, ως ο μεγαλύτερος αδερφός της Μπεθ, μεγαλωμένος στα βουνά της Μοντάνα, ανάμεσα στα ζώα που κυνηγά και το χιόνι, δίνει μια εξαιρετική ερμηνεία, καθώς πρόκειται για έναν σπουδαίο ηθοποιό και κάπως έτσι φτάνουμε στους τρεις ηθοποιούς που μας κέρδισαν ολοσχερώς: την Κατερίνα Γιαμαλή, που παίζει τη μητέρα του Τζέικ, και τους Μελέτη Γεωργιάδη και Βαγγελιώ Ανδρεαδάκη, που ερμηνεύουν ένα ζευγάρι (γονείς της Μπεθ) το οποίο αποσυντίθεται και ανασυντίθεται διαρκώς, μέσα σε μια αέναη μοναξιά.

Συνομιλήσαμε με τους δύο τελευταίους, καθώς τόσο η ερμηνεία τους όσο και οι ρόλοι τους μας παρέπεμψαν νοητά στον γνωστό πίνακα «American Gothic» του Γκραντ Γουντ (1930), που εμφανίζει έναν αγρότη Μεσοδυτικής Αμερικής και τη σύζυγό του (εξ ου και η σχετική φωτογράφιση που κάναμε). Γιατί ακριβώς γι’ αυτό πρόκειται: για ένα ακόμα «αμέρικαν γκόθικ».

«Ζούμε ήδη το ψέμα του μυαλού! Κατασκευάζουμε εικόνες και τις προβάλλουμε, κρύβοντας την αλήθεια και το τραύμα»

«Το έργο ασχολείται με την κοινωνία της αμερικανικής επαρχίας και μάλιστα είναι γραμμένο πριν από σαράντα χρόνια περίπου, δηλαδή σε συνθήκες τελείως διαφορετικές από τις σημερινές. Ναι κάποτε λέγαμε πως ό,τι γίνεται στην Αμερική σήμερα θα το ζήσουμε στην Ελλάδα μετά από δέκα χρόνια. Αυτό κάποτε – τώρα πια τα πράματα έχουν αλλάξει, η διαφορά του χρόνου έχει εκμηδενιστεί: ό,τι γίνεται αυτή τη στιγμή στην Αμερική μάς αφορά και μας επηρεάζει άμεσα, δεν νομίζω ότι χρειάζεται να αναφέρω παραδείγματα», μας λέει ο Μελέτης Γεωργιάδης. Και συνεχίζει: «Ακόμα και ο τίτλος του έργου είναι συγκλονιστικά επίκαιρος. Ζούμε σε μια εποχή όπου κατασκευάζουμε εικόνες και τις προβάλλουμε, κρύβοντας την αλήθεια και το τραύμα. Τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, η πολιτική ρητορική, ακόμα και η καθημερινή μας επικοινωνία βασίζονται σε μεγάλο βαθμό σε αφηγήσεις που φτιάχνουμε για να αντέξουμε την πραγματικότητα ή για να κρυφτούμε από αυτή. Το “Ψέμα του μυαλού” είναι αυτή ακριβώς η στιγμή όπου πείθεις τον εαυτό σου για κάτι που ίσως δεν είναι αληθινό. Στο έργο αυτό γίνεται δραματικά, μέσα από ανθρώπους που έχουν τραυματιστεί βαθιά. Στη δική μας εποχή μπορεί να παίρνει πιο εκλεπτυσμένες μορφές, αλλά η ουσία είναι ίδια», καταλήγει.

«Ο Σέπαρντ γράφει για τον άνθρωπο που πάσχει και προσπαθεί να καλύψει τις πληγές του», μας λέει η Βαγγελιώ Ανδρεαδάκη. «Δεν γράφει μόνο για την Αμερική· δεν διστάζει να αποκαλύψει το τραύμα και, φέρνοντάς το στο φως, όσο επώδυνο και αν είναι, δίνει ελπίδα. Η αλήθεια είναι η μόνη μας ελπίδα για να βγούμε από το ψέμα του μυαλού και να συνδεθούμε ουσιαστικά. Από την άλλη, οι σκοτεινές πραγματικότητες συνυπάρχουν με τους συλλογικούς μύθους παντού. Αν ο μύθος στην Ελλάδα λέει ότι η οικογένεια είναι φάρος και λιμάνι, και διαβάζουμε ανατριχιαστικά γεγονότα στις εφημερίδες για το διπλανό διαμέρισμα, τότε κάτι δεν πάει καλά, έτσι δεν είναι; Αν ο μύθος στην Ελλάδα λέει ότι είμαστε έξυπνος λαός αλλά η καθημερινότητά μας χαρακτηρίζεται από προχειρότητα, τότε πάλι κάτι δεν πάει καλά. Οι σκοτεινές πραγματικότητες είναι οι επώδυνες όψεις που χρειάζεται να αντιμετωπίσουμε».

Τη ρωτάμε για τη σημερινή διάλυση της οικογένειας ως ευρύτερη κρίση των κοινωνικών δεσμών, σε μια εποχή όπου ωστόσο το τρίπτυχο «Πατρίς – θρησκεία – οικογένεια» επανέρχεται σχεδόν απροσχηματικά: «Μου έρχεται στο μυαλό η φράση ότι “το ποτάμι ποτέ δεν γυρνάει πίσω”. Το ιδεολόγημα της χούντας οι νέες γενιές δεν γίνεται να το επαναφέρουν νομίζω. Οι νέες συνθήκες ζωής φέρνουν μαζί και καινούργιους κώδικες αξιών που δεν αναζητούν την ασφάλεια στην επιβολή, αλλά στην αποδοχή και τη συνεννόηση. Το έργο του Σέπαρντ λειτουργεί σαν προειδοποίηση: δείχνει τι συμβαίνει όταν προσπαθείς να κρατήσεις τη ζωή στατική, σε παλιά καλούπια. Χρειάζεται να είμαστε αληθινοί για να χτιστεί κάτι υγιές. Η οικογένεια μπορεί να είναι ένας ισχυρός πυρήνας, μπορεί όμως να είναι και ένα κενό σχήμα όταν δεν υπάρχει αγάπη», μας απαντά.

«Στο έργο, η περιγραφή της αμερικανικής επαρχίας είναι ολοκάθαρη και αντιπροσωπευτική: οι πιο “άγριοι” στα βουνά της Μοντάνα, οι πιο “φλώροι” ας πούμε στην Καλιφόρνια. Με αφορμή την κακοποίηση της συζύγου από τον ζηλιάρη σύζυγό της, ο συγγραφέας μιλά για μια κοινωνία όπου ο κάθε χαρακτήρας ζει τη δική του πραγματικότητα, χωρίς να μπορεί ουσιαστικά να επικοινωνήσει με τους γύρω του. Ε, αυτό κι αν είναι επίκαιρο! Αυτό κι αν χαρακτηρίζει τη σημερινή κοινωνία!» συμπληρώνει ο Μελέτης.

«Αλλά και στην Ελλάδα και παντού, ζούμε με τους άλλους, με την οικογένειά μας, χωρίς όμως να έχουμε ουσιαστική επαφή μαζί τους. Ανήκουμε σε ομάδες, παρέες, έχουμε φίλους διαδικτυακούς, που δεν τους έχουμε δει καν. Τους φανταζόμαστε, τους φτιάχνουμε εμείς όπως θέλουμε: το ψέμα του μυαλού μας για να μπορέσουμε να αντέξουμε τη μοναξιά μας, σε μια κοινωνία που μας παρέχει όλες τις ανέσεις με τίμημα την ανθρωπιά μας. Μοιάζει σαν κάποιος να έχει βάλει στόχο τη διάλυση του κοινωνικού ιστού, πυρήνας του οποίου είναι η οικογένεια… Ωστόσο δεν θεωρώ πως είναι τόσο απογοητευτικά τα πράματα. Δεν γίνεται να μην έχουμε κανένα μέλλον ως κοινωνία και να επιστρέφουμε σε τόσο σκοτεινούς καιρούς. Το μέλλον μπορεί να είναι πολύ καλύτερο, αρκεί να δούμε κατάματα την πραγματικότητα και να δράσουμε όχι με ψέματα αλλά με την αλήθεια. Να επικοινωνήσουμε ουσιαστικά με τον συνάνθρωπό μας, να σεβαστούμε το περιβάλλον μας, τη φύση. Κι όσο για το ψέμα του μυαλού, ή το ζωτικό ψεύδος όπως το είχε χαρακτηρίσει ο Ιψεν, αυτό είναι η συγκάλυψη της ανεπιθύμητης αλήθειας με μια κατασκευασμένη, πιο αποδεκτή εκδοχή της πραγματικότητας. Πράγμα που κάνει δηλαδή η τέχνη: κατασκευάζει μια άλλη εκδοχή της πραγματικότητας», καταλήγει ο Μ. Γεωργιάδης.

«Η βία και η ψυχική υγεία δεν είναι “ιδιωτικά προβλήματα”» παίρνει τη σκυτάλη η κ. Ανδρεαδάκη. «Είναι σε μεγάλο βαθμό η αντανάκλαση μιας κοινωνίας που νοσεί. Το μέσα στο σπίτι με το έξω από το σπίτι, το χωρίζει μια πόρτα που είναι φτιαγμένη από αέρα. Βέβαια, την αλήθεια πρέπει να θέλεις να ψάξεις για να τη βρεις – δεν είναι κάτι που σε περιμένει. Οσο για την τέχνη, στη ζωή μπορεί να επινοούμε ιστορίες για διάφορους λόγους, το θέατρο όμως έχει ακριβώς την αντίθετη λειτουργία: οι ιστορίες πάνω στη σκηνή γίνονται καθρέφτης που σε αυτόν ο καθένας μας μπορεί να βρει ένα δικό του ίχνος. Στο θέατρο ακόμα και στα σκοτεινά έργα αναζητούμε το φως, και αυτό από μόνο του είναι μια πράξη ελπίδας».

ΕΛΕΝΗ ΣΚΟΤΗ: «Τα ψέματα του μυαλού είναι μηχανισμός επιβίωσης»

Η Ελένη Σκότη
Η Ελένη Σκότη

«Ο Σέπαρντ, και σε αυτό το έργο, αντλεί βαθιά από την προσωπική του εμπειρία και από την πραγματικότητα της αμερικανικής επαρχίας όπου μεγάλωσε. Ο πατέρας του, τραυματισμένος ψυχικά από τον πόλεμο και συχνά βυθισμένος στο αλκοόλ, αποτελεί μια σκιά που διαπερνά τη δραματουργία του. Στο έργο οι άνθρωποι αγαπούν ο ένας τον άλλον, αλλά αδυνατούν να εκφράσουν αυτή την αγάπη χωρίς να τη μετατρέψουν σε φόβο, ζήλια ή βία. Η γλώσσα τους είναι σπασμένη, γεμάτη επαναλήψεις και παρεξηγήσεις, σαν να μη διαθέτουν τα συναισθηματικά εργαλεία για να κατανοήσουν τον εαυτό τους. Συνδυάζοντας έναν σκληρό ρεαλισμό με μια σχεδόν ονειρική διάσταση, ο Σέπαρντ αποτυπώνει μια Αμερική όπου οι άνθρωποι, χαμένοι σε απέραντες εκτάσεις και κουβαλώντας μύθους, τραύματα και ανεκπλήρωτες προσδοκίες, βιώνουν ψυχολογική μοναξιά και υπαρξιακά αδιέξοδα, συχνά επιστρέφοντας στα ένστικτά τους ως μια τελευταία προσπάθεια να βρουν την αλήθεια τους.

»Στον πυρήνα του έργου βρίσκεται η ιδέα ότι ο ανθρώπινος νους δημιουργεί προσωπικές αφηγήσεις, “ψέματα του μυαλού”, προκειμένου να αντέξει την πραγματικότητα, ως μηχανισμός επιβίωσης. Η μνήμη δεν σχετίζεται απλώς με το παρελθόν αλλά λειτουργεί αντίστοιχα ως εύθραυστος μηχανισμός άμυνας. Οι χαρακτήρες επιλέγουν τι θυμούνται και τι ξεχνούν, κατασκευάζοντας “ψέματα” που τους επιτρέπουν να συνεχίσουν να ζουν. Αυτή η κατακερματισμένη και συχνά αντιφατική εκδοχή της πραγματικότητας συμπληρώνεται, συχνά και με εμμονικό τρόπο, από συλλογικούς μύθους της αμερικανικής κουλτούρας όπως η ιδέα της Αγριας Δύσης, η πίστη στο έθνος και τη σημαία, ή η εικόνα κάποιου σουπερήρωα. Ετσι, το έργο μετατρέπεται σε μια οξυδερκή ματιά πάνω στην ίδια την αμερικανική κοινωνία. Η ιδέα της δύναμης, της αυτάρκειας και της προσωπικής επιτυχίας συγκρούεται συνεχώς με την πραγματικότητα της μοναξιάς, της βίας και της αποτυχίας.

»Οι άντρες του έργου προσπαθούν να ανταποκριθούν σε ένα πρότυπο αρρενωπότητας που τους ζητά να είναι σκληροί και ανεξάρτητοι, αλλά στην πορεία αποκαλύπτεται η βαθιά ευαλωτότητά τους. Οι γυναίκες, από την άλλη, παλεύουν να βρουν χώρο μέσα σε έναν κόσμο όπου η τρυφερότητα συχνά θεωρείται αδυναμία. Η σκηνική προσέγγιση του έργου προσπαθεί να ισορροπήσει ανάμεσα στον ωμό ρεαλισμό και σε μια σχεδόν ποιητική διάσταση. Σε αυτήν συμβάλλουν, πέρα από το ίδιο το κείμενο, οι σιωπές, ο ρυθμός, η σωματικότητα και οι εικόνες της παράστασης ώστε να αφεθεί ο χώρος για μια πιο υπαρξιακή ανάγνωση».