ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Νίκη Τρουλλινού*
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Τρέχουμε για τα πλοιάρια στη χιονισμένη αποβάθρα, χιόνι βρομισμένο πια από το καυσαέριο και οι γλάροι κυρίαρχοι, λαίμαργοι προπορεύονται, βγάζουν το μεσαίο δάχτυλο στα ελικόπτερα – γελάς; Αυτό θέλω: η ξενάγηση με ελικόπτερο πάνω από τις εκβολές του Χάτσον τιμάται μόλις χίλια διακόσια δολάρια, τουρ σαράντα λεπτών για έξι άτομα, βλέπεις ο χρόνος είναι χρήμα.

Καθώς πλέουμε, πάνω μας τα ελικόπτερα, αν κλείσεις τα μάτια ο ήχος τους φέρνει μια γεύση πολέμου. Μα άλλο είναι το ζητούμενο· το βλέμμα θυμάται, τα βλέμματα όλων πριν ακόμη δέσει το πλοιάριο στο ντοκ πέφτουν διψασμένα πάνω της, τόσες φορές που την έχουμε συναντήσει, τη λένε Αγαλμα της Ελευθερίας, έργο του Γάλλου γλύπτη Φρειδερίκου Αυγούστου Μπαρτολντί, φαντάζεστε μάλιστα πως ο γλύπτης είχε σχεδιάσει μια φελάχα για το Πορτ Σάιντ μα του έμειναν τα σχέδια και έτσι πάνω στα ίδια χνάρια έφτιαξε το σύμβολο του αμερικανικού ονείρου;

Τρέχουν οι τουρίστες να τη δουν από κοντά, το μουσείο στα σπλάχνα της αντικαταστάθηκε από καινούργιο, πληρωμένο από εκατομμυριούχους του 21ου αιώνα, όλοι μα όλοι μετανάστες δεύτερης ή και πρώτης γενιάς. Ομως κανείς δεν μας είπε για το όνομα που της έδωσε μια ποιήτρια: η Εμα Λαζάρους, γέννημα-θρέμμα της Νέας Υόρκης, θυγατέρα Σεφαραδίτη έμπορα ζάχαρης από την Πορτογαλία, την αποκαλεί Μητέρα των Εξορίστων: «Αnd her name Mother of Exiles». Στο ποίημα, χαραγμένο στη βάση του αγάλματος, η ποιήτρια Εμα γράφει: «Γυναίκα πανίσχυρη με τη δάδα, Μητέρα των Εξορίστων, […] κρατήστε, (εσείς) παλιές χώρες, τις στομφώδεις ιστορίες σας, […] Δώστε μου τους φτωχούς, τους κουρασμένους, τους άστεγους, τους παραπεταμένους. Εγώ κρατάω ψηλά τη λάμπα μου σιμά πολύ στη Χρυσή Πύλη».

Δεκαετίες αργότερα, 1927, πριν από το οικονομικό κραχ του 1929, ένας αυτόχειρας ποιητής, Κώστα Καρυωτάκη τον έλεγαν από τη μακρινή Ελλάδα, θα συνομιλήσει μαζί της:

Λευτεριά, Λευτεριά, σχίζει, δαγκάνει
τους ουρανούς το στέμμα σου. Το φως σου,
χωρίς να καίει, τυφλώνει το λαό σου.
Πεταλούδες χρυσές οι Αμερικάνοι,
λογαριάζουν πόσα δολάρια κάνει
σήμερα το υπερούσιο μέταλλό σου.[…]
Είναι πολλά του αιώνος μας τα χρέη,
πολλές οι αμαρτίες, που θα διαβάσουν
οι γενεές, όταν σε παρομοιάσουν
με το πορτρέτο του Dorian Grey.1

Χρυσή Πύλη, Golden Door, έτσι το ονειρεύτηκαν της γης οι κολασμένοι, κι ας ήταν αυτό που ο Πολωνοεβραίος Ζορζ Περέκ είπε τόσο εύστοχα: «Μια φάμπρικα κατασκευής Αμερικανών». Δεκάξι εκατομμύρια ξένοι στα χρόνια της ακμής του το νησάκι, (και) από το 1892 έως το 1924 στο Ελις Αϊλαντ τρεις χιλιάδες αυτοκτονίες, όχι, ούτε αυτό μνημονεύεται κάπου, μόνο στον Περέκ. Νησάκι δεκατεσσάρων εκταρίων αμμουδέρα στις εκβολές του Χάτσον νότια του Μανχάταν, οι Ολλανδοί το έλεγαν νησί των στρειδιών, μια ζωή έμποροι ετούτοι πώς να το ονομάσουν; Οι Ινδιάνοι το φώναζαν Νησί των Γλάρων, εραστές πουλιών εκείνοι, δεν έμεινε κανείς τους. Οι χρυσοθήρες, οι λάτρεις του δολαρίου, οι προσγειωμένοι το είπαν Χρυσή Πύλη – βεβαίως τίποτα στη γλώσσα δεν είναι τυχαίο.

Είμαστε όλοι μετανάστες

Πρώτη του Γενάρη 1892 μπορεί να είχε χιόνι όπως τώρα, ο πρώτος μετανάστης ήταν γένους θηλυκού, Ιρλανδή, την έλεγαν Ανι Μουρ, ψάχνω τα ίχνη της, χάνονται στα εκατομμύρια των άλλων γυναικών, των ανδρών, των παιδιών, μπαούλα και βαλίτσες σε υποδέχονται, τα μπαούλα αυτών της πρώτης θέσης, πού έβαλαν τους μπόγους των φτωχών; Πόδια που σέρνονται στο τσιμέντο, μπορείς να βάλεις αυτί –κλάματα στους τοίχους–, άδειοι χώροι και βιτρίνες και αντικείμενα, όλες οι φυλές του κόσμου αιώνες και πριν και μετά το Ελις, ντόπιοι ήταν μόνο οι αποδεκατισμένοι Ινδιάνοι, μια τεράστια χώρα πανσπερμίας, νεοφερμένοι-διωγμένοι από λιμούς, λοιμούς, καταποντισμούς, θρησκευτικές διώξεις, πογκρόμ και ξενηλασίες, τυχοδιώκτες και τυχάρπαστοι κάθε λογής, αθώοι, ονειροπόλοι, αδικημένοι του έρωτα, πεινασμένοι, πάμφτωχοι, πονηροί, καπάτσοι, πουτάνες, φονιάδες, βασανισμένοι, αποτυχημένοι επαναστάτες, απογοητευμένοι των επαναστάσεων, ξεπουλημένοι κι εξαπατημένοι, θύματα των Ιερατείων και των Βασιλικών Αυλών της Ευρώπης, ω… τι ωραία και σκοτεινή η κόρη από τη Φοινίκη, πόσες φορές να την γκάστρωσε ο Δίας ή μήπως ήταν βιασμός;

Μουσείο Μετανάστευσης Νησιού Ελις, Ν. Υόρκη. Αποσκευές που άφησαν πίσω τους μερικοί από τα εκατομμύρια μεταναστών που πέρασαν από το νησί Ελις
Μουσείο Μετανάστευσης Νησιού Ελις, Ν. Υόρκη. Αποσκευές που άφησαν πίσω τους μερικοί από τα εκατομμύρια μεταναστών που πέρασαν από το νησί Ελις

Από εδώ πέρασαν εκείνοι και εκείνες που τραγούδησε ο Τζο Χιλ, δηλαδή Τζότζεφ Χίλστρομ, Σουηδός μετανάστης, οι ήρωες του Ντος Πάσος στο «1919», από εδώ ο Σάκο και ο Βανσέτι, οι υλοτόμοι του Ορεγκον και οι εργάτες στη συγκομιδή στα σιτοχώραφα της Καλιφόρνιας, Τζον Στάινμπεκ προσκυνώ «τα σταφύλια της οργής» σου, τα τρένα για τη «Γη της Επαγγελίας» διασχίζουν την Ομοσπονδία και οι εργάτριες στο Κεντάκι που τις φώναζαν Ρωσίδες κομμουνίστριες όταν μπαίνουν στα συνδικάτα. Από τούτο το νησάκι ταΐστηκε η αλματώδης εκβιομηχάνιση, από εδώ όλοι οι μαφιόζοι και τα τσιράκια των εργοδοτών, οι μελλοντικοί απεργοσπάστες αλλά και οι vigilantes – άντρες με μαύρα κλομπ και μακρύκαννα τουφέκια, δεν είναι ο ICE μόνο της εποχής μας προϊόν. Από γενιά σε γενιά τριαντάφυλλα και αγκάθια μάς φτάνουν ώς εδώ: «He is a common worker / and his name is Mr. Block / and Block thinks he may / Be President, some day»! (Τζο Χιλ)2

Ερχονται παιδιά και εγγόνια και δισέγγονα, δεν ήρθα στο Νησί για λογαριασμό κανενός συγκεκριμένου προγόνου, για τη Μνήμη ήρθα, δίπλα μου ψάχνουν στα αρχεία όνομα, επώνυμο, χωριό καταγωγής, έτος γέννησης και, ναι, τους βρίσκεις τους προγόνους, από τη θάλασσα ήρθαν, τώρα στη θάλασσα πνίγονται ανοιχτά της Πύλου, ζωές στις κοιλιές των ψαριών ή στοιβάζονται στη Λαμπεντούζα. Ερχόμαστε επισκέπτες προσκυνητές ενός παρελθόντος που είναι μονίμως παρόν. Εμάς, αφού πήγαμε μετανάστες στα πέρατα του κόσμου, μας ήρθαν Αλβανοί και Ρωσίδες, Ουκρανές να ξεσκατώνουν τις γιαγιάδες, Ρουμάνες να καθαρίζουν σκάλες, πιάτα-βουνό σε εμάς δεν έχει, βλέπεις η εξέλιξη έφερε τα πλυντήρια, «δασκάλα πιάνου ήμουν κάποτε», το είπε μέσα στο γραφείο καθώς άφησε πάνω στη δικογραφία δώρο ένα βιβλίο, ξεχασμένα τα χαρακτηριστικά της, Βουλγάρα ήταν, η αύρα της έρχεται σαν χαστούκι και χάδι μαζί, εδώ στο χιονισμένο Ελις Αϊλαντ. Και όπως λύνονται οι κάβοι παρατηρείς τη θέση: Το Αγαλμα της Ελευθερίας είχε γυρισμένη την πλάτη του στο νησί της μετανάστευσης.

Μουσείο Μετανάστευσης Νησιού Ελις, Ν. Υόρκη
Μουσείο Μετανάστευσης Νησιού Ελις, Ν. Υόρκη

Το κραχ του ’29, συλλογικό και αθεράπευτο αμερικανικό τραύμα, η χωροθέτηση σοκαριστική καθώς επιστρέφοντας στο λιμάνι της Νέας Υόρκης πέφτεις καρφί πάνω στη Wall Street, μακρινό φαντάζει το κραχ, πάει ένας αιώνας, μακρινό και σταθερά παρόν, άλλωστε το μεγαλύτερο μπέργκερ μπορείς να το φας κοντά στο χρηματιστήριο, διαλέγεις από τον πολύχρωμο κατάλογο, πληρώνεις με πιστωτική, παίρνεις το νούμερό σου, περιμένεις στην ουρά, παραλαμβάνεις το μπιφτέκι βοδιού της μακρινής αργεντίνικης Πάμπας και το θρυλικό αναψυκτικό, προσπερνάς στα τραπέζια μοναχικούς υπαλλήλους που μόλις σχόλασαν, ξέρεις, αυτό είναι το μεγαλείο του Χόπερ, κανείς δεν συνέλαβε ζωγραφικά την Αμερική όπως αυτός, κανείς δεν είδε την αλήθεια της όπως αυτός, έξω φώτα, χιλιάδες λαμπάκια στα δέντρα, κινέζικα προϊόντα όλα τους, είναι αργά, έχει παγωνιά, χώνεσαι στην κοιλιά της τεράστιας κατάλευκης φάλαινας που ο Καλατράβα έκανε σταθμό του τρένου στο Σημείο Μηδέν.

ΥΓ.: Στη θαλπωρή του σπιτιού κι ενώ κουβαλώ ακόμη έντονα μέσα μου το πρόσφατο αμερικανικό ταξίδι, σκέφτομαι την Εμμα Λαζάρους, Μητέρα των Εξόριστων, και την βλέπω κλαίγοντας να αφήνει ένα λουλούδι στα μνήματα των δολοφονημένων κοριτσιών στο νότιο Ιράν.

* Πεζογράφος

1. Κώστας Καρυωτάκης, Ελεγεία και Σάτιρες, 1927.
2. Ουμπέρτο Φιόρι, Ιστορία του αμερικανικού λαϊκού τραγουδιού, εκδ. Νεφέλη, 1981.