ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Χριστίνα Ν. Φιλίππα*
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Φεβρουάριος 1943. Η χώρα ζει τη ζοφερή περίοδο της Κατοχής. Στο σπίτι της οικογένειας Παλαμά, Περιάνδρου 5, στην Πλάκα, «άκρα του τάφου σιωπή βασιλεύει». Ο ποιητής, άρρωστος βαριά, ρωτά με αγωνία «Μα πού είναι η Μαρία μου; Γιατί δεν βλέπω τη Μαρία;». Κανείς δεν αποκρίνεται. Του έχουν αποκρύψει, λόγω της κατάστασής του, ότι η «Μαρία του» στις 9 Φεβρουαρίου 1943 είχε ολοκληρώσει το ταξίδι της σ’ αυτόν τον κόσμο.

«Η Μαρία, η διαλεχτή γυναίκα, που θεμελίωσε την οικογενειακή φωλιά του Ποιητή και στοργικά του χάρισε την πρεπούμενη θερμή περικυκλωσιά που κείνος πολύ χρειαζότανε κι αληθινά την εχάρηκε» (Νίκος Α. Βέης, Νέα Εστία, «Παλαμικά», Χριστούγεννα 1943).

Λίγες μέρες μετά, στις 27 Φεβρουαρίου, ο Παλαμάς σφάλισε για πάντα τα μάτια του.

Η Μαρία Βάλβη, του Αποστόλου και της Χρυσηίδος, το γένος Λασισοπούλου, γεννήθηκε στο Μεσολόγγι, στις 27 Μαρτίου 1859. Καταγόταν από μεγάλη οικογένεια Αγωνιστών, νομομαθών, λογίων, από τις παλαιότερες της Αιτωλοακαρνανίας. Είχε τέσσερα αδέλφια. Ο πατέρας της ήταν δικαστικός.

Υπήρξε σύντροφος του Κωστή Παλαμά για σχεδόν 60 χρόνια. Ο γάμος τους έγινε στις 27 Δεκεμβρίου 1887, με κουμπάρο τον Βλάση Γαβριηλίδη, εκδότη της «Ακροπόλεως». Το ζεύγος Παλαμά είχε αποκτήσει τρία παιδιά, τη Ναυσικά (1888), τον Λέανδρο (1891) και τον μικρό Αλκη (Μιχαήλ) (1894), που πέθανε σε ηλικία τεσσάρων ετών και γέμισε την ψυχή τους με τον πόνο τον αβάσταχτο.

Η Μαρία Βάλβη με τον γιο τους Λέανδρο | Αρχείο Ιδρύματος Κωστή Παλαμά
Η Μαρία Βάλβη με τον γιο τους Λέανδρο | Αρχείο Ιδρύματος Κωστή Παλαμά

«Κοριτσάκι, μαθήτρια εξωτερική του Αρσακείου, την προσέχαμε η συντροφιά του “Ραμπαγά” για την χαρωπή ομορφιά της και τις παχουλές γάμπες της και ο Γαβριηλίδης την είχε βαφτίσει “Βαλβίδα”», θυμάται ο Δροσίνης.

Ο Δροσίνης πίστευε ότι η Μαρία ήταν η γυναίκα που χρειαζόταν ο Παλαμάς.

«Ανίκανος σαν τον Σουρή για κάθε τι σχετικό με τη ζωή του σπιτιού, βρήκε την πολύτιμη κυβερνήτρα της φτώχειας του, την πάντα γελαστή κι υπομονητική που κατόρθωσε να περάσει μαζί της τις πιο δύσκολες μέρες, όταν αυξήθηκαν οι ανάγκες της οικογένειας με την γέννηση και των άλλων δύο παιδιών τους».

Ξενόπουλος και Δροσίνης την περιγράφουν ως μια γυναίκα μορφωμένη, με ταμπεραμέντο και χιούμορ, άφταστη στις διηγήσεις από τη μεσολογγίτικη ζωή, δίνοντας και τον ρουμελιώτικο τόνο στη φωνή της που ζωντάνευε τα χαριτωμένα ανέκδοτά της και έκανε τον Παλαμά και τους ίδιους να ξεσπούν σε γέλια. «Μας έκανε και γελούσαμε με όλη μας την καρδιά με τον τρομερό μοίραρχο της Χωροφυλακής που όταν γύριζε τα Σάββατα στο σπίτι το μεσημέρι, τον πρόσμενε η γυναίκα του στην πόρτα για να του πει: “Ελα Παναγιώτη! Ξεζώσου την σακαράκα, βγάλε τα σπιρούνια, ξεκαλτσώσου”. Κι ο τρομερός Παναγιώτης… σφουγγάριζε το πάτωμα φορώντας τη στολή του μοιράρχου»!

«Τελευταία φορά την είδα κατά το 1938. Δεν ήταν πια η “Βαλβίς” του Γαβριηλίδη. Βαρυκίνητη, περιπατούσε μέσα στο σπίτι με μπαστούνι και τα λαμπερά μάτια της είχαν σκοτεινιάσει από τον καταρράχτη. Καλόκαρδη όμως κι υπομονητική, μας διηγούνταν τα μεσολογγίτικά της τόσο ζωηρά που ο Κωστής έκλαιγε απ’ τα γέλια» (Γεώργιος Δροσίνης, Ημερολόγια, ημερολογιακή καταγραφή της 11ης Φεβρουαρίου 1943).

Ο Ξενόπουλος διηγείται τα ανέκδοτά της, θέλοντας να τονίσει το κοφτερό πνεύμα της:

«Tα ανέκδοτα της κυρίας Παλαμά, Μεσολογγίτικα τα περισσότερα, είναι πιο άγνωστα. Θυμούμαι τώρα που μας έλεγε -και τόσο γελούσαμε μαζί με τον Παλαμά- για μια μικρή ηλιθία που νόμιζε πως κάθε κέντημα ήταν “άνθος” και μια μέρα, βλέποντας στο σπίτι της θειας της ένα κεντημένο σε μαξιλάρι ελάφι, την ρώτησε: “Τι άνθος είναι αυτό, θεία μου;”· ή για κάποιον νομάρχη, πολύ αδέξιο χορευτή, που σ᾿ ένα βασιλικό χορό, η βασίλισσα Ολγα, αφού χόρεψε μαζί του και… καταπατήθηκε, του είπε ύστερα ευγενικά κι᾿ ειρωνικά: “Ωραία χορεύετε, κύριε νομάρχα!” κι᾿ εκείνος: “Το κατά δύναμιν, Μεγαλειοτάτη”· για κάποιον αρχιμαντρίτη που τον κατηγορούσαν πως πολύ συχνά “ἔθυε τῇ Ἀφροδίτῃ” και μια μέρα, αγανακτισμένος, φώναξε: “Ψεύδος! μόνον άπαξ της εβδομάδος, χάριν της υγείας μου!”· για μια νοικοκυρά που σ᾿ ένα πένθος, μοιρολόι, πήρε κατά λάθος για μαντήλι το βρακάκι του μωρού της και σκούπιζε μ᾿ αυτό τα μάτια της, κι᾿ όταν μια άλλη, για να την κάνει να το δει, την ρώτησε απ᾿ αντίκρυ: “Τι είν᾿ αυτό που κρατείς;”, εκείνη, κλαίγοντας και δείχνοντας το βρακάκι, χωρίς να το βλέπει, της φώναξε: “Το μαντήλι μου, Λένη μου!” κι᾿ άλλα τέτοια πολλά, κι᾿ ακόμα μάλιστα πιο σόκιν. Και η κυρία Παλαμά πρόσθετε συχνά: “Μ’ αυτά τα ανέκδοτα μεγαλώσαμε στο Μεσολόγγι. Στο σπίτι μας, που τα ξέραμε απόξω κι ανακατωτά, τα είχαμε πια σαν παροιμίες”».

«Και στο σπίτι του Παλαμά», συνεχίζει ο Ξενόπουλος, «που πες-πες τα μάθαμε απόξω κι ανακατωτά, σαν παροιμίες τα ’χαμε και μεις. Μια μέρα, μπαίνοντας στο χωλ, που χρησίμευε και για κάμαρα εργασίας, βρήκα την κυρία Παλαμά να διορθώνει κάτι ασπρόρουχα. Μόλις με είδε, τα έχωσε βιαστικά και τα σκέπασε στο πανεράκι της. “Γιατί”; απόρησα φαιδρά. Κι εκείνη γελώντας μου απάντησε: “Εεε… το μαντήλι μου, Λένη μου”! Και μια άλλη μέρα, που μου διεκτραγωδούσε τις απιστίες του αντρός της και μου παραπονιόταν πως δεν την θυμόταν πια καθόλου σαν γυναίκα του, εγώ την ρώτησα: “Καθόλου; Μα καθόλου;” Κι εκείνη μου αποκρίθηκε με το… ρητό του Αρχιμανδρίτη»!

«Μπορεί να μην αγάπησε ποτέ καμία δυνατότερα και βαθύτερα από την Μαρία Βάλβη, με πολλές όμως είχε ερωτικές σχέσεις και στα νιάτα του και στα μεσοκοπίσματά του και στα γεράματα ακόμα (…)», γράφει ο Ξενόπουλος (Νέα Εστία, «Ο Παλαμάς από κοντά», 15.12.1943).

Κωστής, Μαρία και Ναυσικά Παλαμά | Αρχείο Ιδρύματος Κωστή Παλαμά
Κωστής, Μαρία και Ναυσικά Παλαμά | Αρχείο Ιδρύματος Κωστή Παλαμά

Για την προσωπικότητα της Μαρίας Παλαμά θα μιλήσει με λόγια γεμάτα θαυμασμό και ο Μιλτιάδης Μαλακάσης, περιγράφοντάς την ως «σβέλτα, γελαστή, ακούραστη και χαριτολόγα». Τονίζει μάλιστα, ότι «κρατούσε αυτή το ενδιαφέρον της ομιλίας τις περισσότερες φορές, όταν η ομιλία αυτή ξέφευγε από πολυγνωμικά πράγματα σχετικά με φιλολογικές συζητήσεις ή άλλες καλλιτεχνικές λεπτομέρειες που κούραζαν κι εκείνους που τις προκαλούσαν και τους άλλους που τις υποδαύλιζαν» (Μιλτιάδης Μαλακάσης, «Το σπίτι του Παλαμά», Απαντα, τόμ. Β’, σ. 503-505).

Η οικογένεια ζούσε στην αρχή μόνο με τον μισθό της εφημερίδας «Εφημερίς» και όταν η εφημερίδα δεν πήγαινε καλά οικονομικά, η Μαρία, απτόητη, επισκεπτόταν τον Αριστείδη Ρούκη, διευθυντή της «Εφημερίδος», ζητώντας μέρος από τα δεδουλευμένα του άντρα της για να ψωνίσει.

Ο Δημήτρης Χατζόπουλος (ψευδώνυμο Μποέμ), κάποιο βραδάκι, τον Μάρτιο του 1893, θα επισκεφθεί το σπίτι του Παλαμά, στη Νεοφύτου Βάμβα, στο οποίο έμεναν τότε, για να του πάρει συνέντευξη, αλλά εκείνος απουσίαζε στην εφημερίδα. Αναμένοντάς τον, περίπου τρεις ώρες, είχε μια μακρά συνομιλία με τη Μαρία Παλαμά. Θα μιλήσουν πολύ για το Μεσολόγγι και θα του εξιστορήσει την πρώτη γνωριμία της με τον Παλαμά που έγινε στο Μεσολόγγι, στο θέατρο! Δηλαδή… ένα υπόγειο στο οποίο κάποια μαθητούδια Σχολαρχείου είχαν στήσει μια σκηνή και έπαιζαν θέατρο. Εκεί αντάλλαξαν τα πρώτα βλέμματα. Μετά από αρκετά χρόνια, βρέθηκαν στην Αθήνα. Ο Παλαμάς φοιτητής και εκείνη λόγω μετάθεσης του πατέρα της.

H Μαρία Παλαμά, παρούσα σε όλη τη συνέντευξη, ακούγοντας τον δημοσιογράφο να αραδιάζει ονόματα λογίων ζητώντας την άποψη του Παλαμά γι’ αυτούς, θα παρέμβει και θα ρωτήσει: «Μα τι τον ανακρίνετε απόψε τον Κωστή;» και λίγο μετά θα του πει σκωπτικά: «Δεν ρωτάτε λοιπόν για τον εαυτό σας, αφού τους είπατε όλους»; Ο Χατζόπουλος θα… υπακούσει: «Λοιπόν, τι ιδέα έχετε για μένα»; Και ο Παλαμάς θα του απαντήσει: «Την είπα χίλιες φορές εις την γυναίκα μου, ας σας την ειπεί».

«Η κυρία Παλαμά, αυτή είναι το αληθέστερο, το ανεκτιμητότερο τάλαντο του ποιητού. Συμπαθητικότατη μορφή, γλυκύτατη νέα, ανεκτίμητος οικοκυρά, πούρα Ρουμελιώτισσα, λατρεύουσα μετά τον άνδρα της και τα παιδιά της την δημώδη γλώσσα, μέχρι ειδωλολατρίας!» Θα την παρομοιάσει με «αγγέλους που δεν υπάρχουν μόνο στα όνειρα των ποιητών αλλά είναι στο πλευρό τους, πρόθυμοι να εξατμίσουν την θλίψη και την πίκρα τους» («Σύγχρονοι Ελληνες Συγγραφείς-Κωστής Παλαμάς», Αστυ, 23-24 Μαρτίου 1893, σ. 1).

Σχόλια και φωτογραφίες για τη Μαρία Παλαμά στη στήλη «Οι ωραίες των Αθηνών», «Βραδυνή», 1929
Σχόλια και φωτογραφίες για τη Μαρία Παλαμά στη στήλη «Οι ωραίες των Αθηνών», «Βραδυνή», 1929

Ο Βασίλειος Βεκιαρέλλης θα αφιερώσει στη μνήμη της το χρονογράφημά του στην «Καθημερινή» (11 Φεβρουαρίου 1943), με τίτλο «Η σύντροφος του Ποιητού».

«Σύντροφος και Μούσα του μεγάλου ποιητού καθ’ όλο το μακρόν και ευτυχισμένο χρονικό διάστημα που έζησε μαζί του, υπήρξε η Μαρία Κωστή Παλαμά. Συνδύαζε εξαιρετική μόρφωση και απέραντη καλοσύνη. Ηταν γνωστή εις τα χρονικά της εποχής ως η “ωραία Βαλβοπούλα” και ο ποιητής είχε εξομολογηθεί σε συγγενικό του πρόσωπο ότι “την Μαρία την βλέπω πάντα όπως την εποχή του αρραβώνα μας που ήταν η ωραιότερη κοπέλα του Μεσολογγιού και της Αθήνας”. Η Καλλιρρόη Παρρέν, σε άρθρο της με τίτλο “Το σπίτι του ποιητού”, σε ξένο περιοδικό, αναφέρει ότι “η Μαρία Παλαμά ήταν ποιήτρια με τον δικό της τρόπο”. Η Μαρία Κωστή Παλαμά δεν θα πάψει να υπάρχει για όσους είχαν την ευτυχία να την γνωρίσουν από κοντά», καταλήγει ο Βεκιαρέλλης.

«Μία ολόκληρη συλλογή μπορούν να σχηματίσουν τα τραγούδια που με δαύτα ο Ποιητής δοξολογεί το ταίρι του ως νιόνυφη, ως ασύγκριτη γυναίκα, ως νοικοκυρά, ως μητέρα, ως σύμβολο» (Νίκος Α. Βέης, ακαδημαϊκός).

«Σου φέρνω το τραγούδι το πρώτο που σιμά σου / Τραγούδησ’ από κάτου απ’ του σπιτιού τη σκέπη.
Πρέπει να το στολίσω, κοντά ’ς εκείνο πρέπει / Να βάλω τ’ όνομά σου.
Κοντά σε μια πετρένια φτωχόπλαστη κολώνα / Ετσι λευκό φυτρώνει κι’ αγνώριστο λουλούδι…
Το ξέρεις· δεν επήγα ψηλά ’ς τον Παρθενώνα / Γονατιστός να πάρω το πρώτο αυτό τραγούδι.
Εμενα ’ς το πλευρό σου. Της προκοπής τα δώρα / Τάχες για με, σκορπούσες αγάπης ευωδιά, / η Φαντασία πετούσε ’ς τη μαγεμένη χώρα, / Δεν έφυγε από σένα ούτε στιγμή η Καρδιά.
Αμποτε σε μιαν άκρη να ζούμε ταπεινά,
Κι’ απάνου από το σπίτι όπου χαραίς και πόνοι / Εδώ κ’ εκεί θα γέρνουν, το χέρι Της ν’ απλώνη,
Ασάλευτο αντιστύλι, η πάναγνη Αθηνά»!

15 Αυγούστου 1888
(Η αφιέρωση στη Μαρία της δεύτερης ποιητικής συλλογής του, «Υμνος εις την Αθηνάν»)

* Συγγραφέας – ερευνήτρια