ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Βασιλική Τζεβελέκου
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Ο Πέτρος Σεβαστίκογλου είναι ο επίμονος, μεθοδικός σκηνοθέτης που γυρίζει ταινίες για να νιώσει ο θεατής, όχι απλώς να δει. Προκαλεί και προσκαλεί πρωτίστως τις αισθήσεις και δευτερευόντως το μυαλό του. Σιωπές, ήχοι, πολλή μουσική, κίνηση και χορός, ελάχιστες κουβέντες, ισχνοί διάλογοι. Η νέα ταινία του «Κραυγές» έκανε πρεμιέρα στο 66ο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης και στις sold-out προβολές κέρδισε τις εντυπώσεις του κοινού και των κριτικών. Οπως και στο 14ο Φεστιβάλ Πρωτοποριακoύ Κινηματογράφου της Αθήνας που συμμετείχε στο Διεθνές Διαγωνιστικό. Από τις 14 Φεβρουαρίου και για τέσσερα Σαββατοκύριακα (έως τις 8/3/26) θα προβάλλεται στην Ταινιοθήκη της Ελλάδος και θα ακολουθήσουν προβολές στη Θεσσαλονίκη, στην αίθουσα «Σταύρος Τορνές» από τις 26 Φεβρουαρίου.

Σκηνοθέτης του κινηματογράφου και του θεάτρου, καθηγητής στη Σχολή του Εθνικού Θεάτρου, ο Πέτρος Σεβαστίκογλου στην έκτη ταινία του αφηγείται την ιστορία τριών γυναικών σε μη χρόνο και άγνωστο τόπο. Επιχειρεί μια ποιητική εξερεύνηση της γυναικείας φύσης, την οποία προσεγγίζει λεπτεπίλεπτα και με ποιητικό τρόπο χωρίς να στερείται βίας, ακρότητας και ωμότητας. Συνεπής στην πειραματική φόρμα του, δημιουργεί μια ταινία που αποτυπώνει με σωματικότητα όλο το συναίσθημα, την ένταση, την καταπίεση, τη συντροφικότητα, την έκρηξη, την ανάγκη της γυναίκας για ελευθερία. Μια ταινία που λειτουργεί σαν χάδι.

● Εν αρχή ην ο Λόγος, λέει ο Ιωάννης στο Ευαγγέλιο. Στον κινηματογράφο, όμως, εν αρχή είναι η εικόνα και η κίνηση και εσύ ακουμπάς γερά σ’ αυτούς τους δύο πυλώνες. Εξαλείφεις τον λόγο στις κινηματογραφικές δουλειές σου και φυσικά στις «Κραυγές», παρότι έχεις πει ότι είναι η πιο φλύαρη ταινία σου! Η προφορική γλώσσα, ο διάλογος δεν σου είναι απαραίτητα για να αφηγηθείς την ιστορία σου;

Σε όλες τις ταινίες μου, από την πρώτη μικρού μήκους, το «Asfael» (1987), μέχρι τη «Βοή του κόσμου» (2021), κάνω περιορισμένη χρήση του λόγου και η αιτία είναι ότι ο ίδιος δεν έχω γλώσσα. Γεννήθηκα στη Ρωσία και όταν ήμουν μικρός μιλούσα ρωσικά. Μετά η οικογένειά μου ήρθε στην Ελλάδα για τρία χρόνια και μιλούσαμε μόνον ελληνικά. Στα οκτώ μου, με την επιβολή της δικτατορίας των συνταγματαρχών, φύγαμε για τη Γαλλία. Εκεί μιλούσαμε γαλλικά, τη γλώσσα που μιλάμε μέχρι σήμερα με την αδελφή μου. Δημοτικό δεν έχω πάει στην Ελλάδα και κουτσογράφω ελληνικά. Στη Γαλλία σπούδασα και έζησα. Ομως τα τελευταία 35 χρόνια ζω στην Ελλάδα και τα γαλλικά μου έχουν πάει πίσω. Καμία γλώσσα λοιπόν δεν είναι δικιά μου, γι’ αυτό πάντα θεωρούσα ότι δικιά μου είναι η γλώσσα της εικόνας.

● Κάποιος πολύγλωσσος δεν διατηρεί, όμως, μια βαθύτερη σχέση με την ομιλούσα γλώσσα;

Για εμένα το θέατρο είναι λόγος και ο ηθοποιός μιλάει. Ο κινηματογράφος είναι εικόνα και ο ηθοποιός εκφράζεται. Με την έννοια ότι η κάμερα πλησιάζει τόσο κοντά, όπως δύο άνθρωποι που όσο πιο πολύ πλησιάζουν ο ένας τον άλλον τόσο λιγότερα λένε, γιατί παίρνουν όλη την πληροφορία από το πρόσωπο και ο λόγος δεν έχει τόση σημασία. Στον κινηματογράφο έχουμε το προνόμιο να πλησιάζουμε τα πρόσωπα με έναν τεράστιο μεγεθυντικό φακό και να αποτυπώνουμε τις εκφράσεις. Εξάλλου ο κινηματογράφος είναι αρκετά ανθρωποκεντρικός. Γι’ αυτό με ενδιαφέρει πιο πολύ να προσπαθήσουμε να καταγράψουμε αυτό που εκφράζει το πρόσωπο, παρά αυτό που λέει η γλώσσα.

ω Πολύ απαιτητικό για τους ηθοποιούς. Δυσκολεύονται να κατανοήσουν και να ακολουθήσουν αυτόν τον τρόπο δουλειάς;

Είναι πολύ δύσκολο στην αρχή αλλά ο τρόπος που γυρίζω βοηθάει. Δεν υπάρχει συνεργείο: είμαστε μόνοι μας με τον ηθοποιό και με την κάμερα. Στην ουσία είμαστε δύο που συνομιλούμε. Ο ηθοποιός έχει την ελευθερία να κάνει ό,τι φαντάζεται γιατί δεν τον βλέπει ένα συνεργείο και εγώ επίσης. Εκείνη τη στιγμή γράφω το σενάριο με την κάμερα. Είναι ένα παιχνίδι μεταξύ δύο ανθρώπων που δεν έχουμε να αποδείξουμε κάτι. Ξέρουμε και οι δύο ότι θα πετάξουμε πολλά στο μοντάζ. Με την Καρυοφυλλιά Καραμπέτη βρεθήκαμε στη Σενεγάλη για την «Ηλέκτρα» και πήγαμε μια μέρα στην έρημο. Μου λέει πριν πάμε «και τι θα κάνουμε;». «Δεν ξέρω», της απαντάω, «είναι μια γυναίκα που προσπαθεί να βγει από ένα χωριό, γυρίζει γύρω γύρω και δεν τα καταφέρνει». Ημασταν με την κάμερα ανοιχτή δύο ώρες, η Καρυοφυλλιά προσπαθούσε, αλλά το αποτέλεσμα δεν μας ικανοποιούσε. Μέχρι που βγήκε μια εξαιρετική σκηνή έτσι, χωρίς να την έχω γράψει ποτέ.

● Αυτή η σκηνοθετική διαδικασία προκρίνει την ελευθερία του ηθοποιού;

Εντελώς. Είμαστε δύο μυαλά που συνδημιουργούμε. Δεν πάω να επιβάλω κάτι στον ηθοποιό, ενώ εκείνος μπορεί να βγάλει σ’ εμένα κάτι που δεν έχω σκεφτεί. Νομίζω ότι όλα ξεκινούν από τον Γιώργο Σεβαστίκογλου που έδινε απεριόριστη ελευθερία στους ηθοποιούς. Οι μαθητές του έλεγαν «όταν πηγαίνουμε στον γκρεμό, νιώθουμε ότι θα μας πιάσει από το χέρι για μην πέσουμε». Αυτό θέλει απίστευτη εμπιστοσύνη και ενέργεια. Οπως μου έλεγε, «όσο μπλοκάρει ο ηθοποιός, τόσο περισσότερη ελευθερία δώσε παρά περιορισμό».

● Δουλεύεις με υποτυπώδες σενάριο.

Το σενάριο πάντα είναι μερικές γραμμές. Σε κάθε σκηνή που δουλεύουμε, γράφουμε τα πάντα με την κάμερα και στο μοντάζ πετάμε, πετάμε, πετάμε. Μου πήρε έναν χρόνο το μοντάζ της ταινίας. Πετιέται εύκολα γιατί δεν είναι φιλμ, είναι βίντεο. Με το φιλμ δεν μπορείς να το κάνεις.

Μου φαίνεται αδιανόητο ένα σενάριο που έγραψες στην ηρεμία του σπιτιού σου με καφέ και τσιγάρο να το μεταφέρεις στο φυσικό περιβάλλον, στη Σενεγάλη ή στην Ομόνοια. Παίρνω την ουσία της στιγμής και προσπαθούμε, έχοντας τον χρόνο που μας χρειάζεται, να βγει κάτι που θα μας εκπλήξει. Κάτι που δεν είχαμε σκεφτεί.

● Στις «Κραυγές» εξερευνάς τη γυναικεία φύση και φαίνεται ότι τη γνωρίζεις καλά και την εκτιμάς πολύ. Ποια ήταν η αφετηρία σου για να αφηγηθείς τις ιστορίες αυτών των τριών γυναικών και, μέσω αυτών, των γυναικών;

Οι ταινίες μου δεν ξεκινούν από μια σεναριακή ιδέα αλλά από φωτογραφίες που μαζεύω, συνήθως όταν βρίσκομαι σε μια περίοδο που έχει τελειώσει μια δουλειά και είμαι χαλαρός. Στο γραφείο μου έχω έναν μεγάλο τοίχο που κολλάω φωτογραφίες, πίνακες, εικόνες από εφημερίδες, περιοδικά, το διαδίκτυο, από οπουδήποτε και οτιδήποτε. Οταν περάσει ο καιρός και τις παρατηρώ, ανακαλύπτω ότι κάποιες έχουν μια σχέση μεταξύ τους. Από εκεί ξεκινάει να δημιουργείται μια ιστορία, οπότε αρχίζω να αφαιρώ τις άλλες και να μαζεύω φωτογραφίες που έχουν σχέση, πια, με αυτήν την ιστορία. Η πηγή για τις «Κραυγές» ήταν, αν θυμάμαι καλά, ένας πίνακας με τρεις γυναίκες που βγαίνουν από τη θάλασσα με τα ρούχα τους. Λέω, αυτές έρχονται από μακριά, δεν είναι πνιγμένες, δεν είναι θεές, δεν είναι άνθρωποι, είναι κάτι διαφορετικό. Αυτό ήταν η αφορμή να αρχίσω να διαβάζω για τις Βάκχες και την ιερή μανία τους, να ψάχνω ιστορίες για τις υποτιθέμενες μάγισσες τον Μεσαίωνα που τις έκαιγαν επειδή διεκδικούσαν την ανεξαρτησία τους και τις φοβόντουσαν, να μαζεύω υλικό για την καταπίεση των γυναικών και πώς εκφράζεται. Σιγά σιγά ξετυλίχτηκε το νήμα και γράψαμε πολύ χοντρικά το σενάριο γι’ αυτή την ιστορία με την Ειρήνη Λαμπρινοπούλου, μαθήτριά μου στο Εθνικό Θέατρο, που ήταν διαρκώς μαζί μου και στο γύρισμα. Είναι μια ταινία γύρω από τη γυναίκα και είχα ανάγκη από αυτή τη γυναικεία ματιά.

● Η γυναίκα έχει βρει τη θέση της στην κοινωνία σήμερα;

Προχωράει με μικρά μικρά βηματάκια. Σε μεμονωμένες περιπτώσεις έχει κατακτήσει την ελευθερία της αλλά έχει πολύ δρόμο για τα ίδια δικαιώματα και τις ίδιες δυνατότητες. Ακόμα έχει να παλέψει για να αποδείξει ότι είναι ισότιμη. Το βλέπω πολλές φορές και στον χώρο μας. Ακόμα και όταν το συνεργείο είναι θετικό, μια γυναίκα παλεύει για να πει «είμαι διευθύντρια φωτογραφίας», «είμαι σκηνοθέτις». Ενας άντρας δεν έχει αυτό το θέμα.

● Αποδέχεσαι τον όρο πειραματικό σινεμά για τις ταινίες σου;

Κανονικά όλες οι ταινίες πρέπει να είναι πειραματικές. Αλλιώς παίρνεις μια φόρμα και την αντιγράφεις. Αυτό είναι ο εμπορικός κινηματογράφος για εμένα. Κάθε ταινία πρέπει να είναι ένα πείραμα. Να δοκιμάζεις κάτι καινούργιο, αλλιώς κάνεις μια φωτοκόπια της προηγούμενης δουλειάς σου.

● Πόσο σε έχουν επηρεάσει οι πνευματικές και οι πολιτικές καταβολές των γονιών σου;

Μας διαμόρφωσαν και εμένα και την αδελφή μου. Αυτοί οι άνθρωποι για να μείνουν καθαροί στο πιστεύω τους διέλυσαν τρεις-τέσσερις φορές τη ζωή τους. Στο Παρίσι πέρασαν δύσκολα, πάλεψαν. Κάθε φορά που ζορίζομαι σκέφτομαι τη δική τους ζωή και λέω «σιγά τη δυσκολία». Αυτό που λέω συχνά είναι ότι είχαμε την τύχη, ευτυχώς, να μη μεγαλώσουμε με τον Σεβαστίκογλου και τη Ζέη, αλλά με την Αλκη και τον Γιώργο. Καταλαβαίνω τώρα ότι είχαμε απίστευτους γονείς, εκείνους που θέλουν να έχουν τα παιδιά. Εζησαν πόλεμο, Εμφύλιο, εξορίες και σε όλο αυτό ήταν πάντα δημιουργικοί. Οταν δεν έχεις πολλά είσαι δημιουργικός, όταν έχεις κοιτάζεις να τα ταξινομήσεις γύρω σου.

● Οι «Κραυγές» είναι ανεξάρτητη παραγωγή. Δεν δέχτηκες να χρηματοδοτηθείς από το ΕΚΟΜΕΔ, την ΕΡΤ κοκ ή δεν επιλέχθηκε η ταινία για χρηματοδότηση;

Φυσικά και ήθελα χρηματοδότηση και κατέθεσα την ταινία στο ΕΚΚ, στην ΕΡΤ, αλλά κόπηκε. Ετσι μάζεψα κάποια χρήματα και τη γύρισα. Ολοι πληρώθηκαν απειροελάχιστα.

● Πώς είναι η πραγματικότητα για τους κινηματογραφιστές στην Ελλάδα του 2026, μετά τις αλλαγές στο ΕΚΚ και τη λειτουργία του ΕΚΟΜΕΔ;

Ενα τεράστιο χάος επικρατεί στο ΕΚΟΜΕΔ. Δεν ξέρουμε τι θα γίνει, όπως δεν ξέρουν και οι ίδιοι. Υποτίθεται ότι θα έχουμε περισσότερα χρήματα, αλλά να δούμε, θα ισχύσει; Γιατί μπαίνουν μέσα και οι τηλεοπτικές σειρές. Επίσης, τι ταινίες θα χρηματοδοτούν; Ας υπάρχουν οι εμπορικές και οι εύπεπτες, το καταλαβαίνω, αλλά όχι μόνον αυτές. Ας υπάρχει και ένα κομμάτι για όσους πειραματίζονται πραγματικά γιατί αλλιώς δεν κάνουμε τέχνη, είναι βιομηχανία και φτιάχνουμε προϊόντα. Εξαρτάται από τους ανθρώπους και την πολιτική βούληση. Ανεπίσημα, παλιότερα μου είχαν πει ότι δεν θέλουν ταινίες σαν τις δικές μου γιατί ο κόσμος γκρινιάζει. Φυσικά, όταν δεν του λες τι πρόκειται να δει. Εγώ είμαι πάντα στις προβολές των ταινιών μου, που δυστυχώς είναι λίγες, και λέω στους θεατές «αυτή η ταινία δεν έχει μια λογική χρονολογική εξέλιξη. Αφεθείτε και ό,τι νιώσετε». Στη Θεσσαλονίκη σε ένα Q & A ένα αγόρι σήκωσε το χέρι του και μου είπε: «Δεν κατάλαβα τίποτα από την ταινία σας αλλά μου άρεσε πολύ». Τον ευχαρίστησα πολύ, επίσης, γιατί ακόμα και αν δεν την κατάλαβε, την ένιωσε.

ℹ️ «Κραυγές» | Ταινιοθήκη της Ελλάδος, από 14/2 έως 8/3/26. Στο καστ συμμετέχουν καταξιωμένοι ηθοποιοί -Αγλαΐα Παππά, Αλεξάνδρα Καζάζου, Χάρης Φραγκούλης- και ανερχόμενα κινηματογραφικά ταλέντα, όπως η Μαργαρίτα Αλεξιάδη και η Μαρία Αρζόγλου.